Της Δρος Αριστονίκης Θεοδοσίου-Τρυφωνίδου

Ψυχολόγος Εξελικτικής-Σχολικής κατεύθυνσης-Ψυχοθεραπεύτρια

Γιατί κάνουμε παιδιά; Γενεές γενεών εξορίστηκαν βίαια από την παιδική τους ηλικία όπου χρωστάνε την καταγωγή τους. Άλλοι στολισμένοι με ξέγνοιαστα Καλοκαίρια και άλλοι με πικρούς Χειμώνες, δεμένοι χειροπόδαρα ανακηρυχτήκαν πολίτες.

Την παιδική μας ηλικία την βρίσκουμε όταν γινόμαστε γονείς. Την αναβιώνουμε ενεργοποιώντας τις θύμησες. Θύμησες που μας αφηγήθηκαν οι δικοί μας γονείς μέσα από τις δικές τους κατασκευασμένες γονεικότητες. Και η ιστορία συνεχίζεται. Από το παιδί εργάτη φτάσαμε στο παιδί βασιλιά. Η νέα οπτική που θέλει το παιδί να ενθρονίζεται σε θέση ενήλικα στην ουσία καταργεί την αθωότητα και την παιδικότητα συθέμελα. Το παιδί υπηρετεί τον ενήλικο ρόλο που του δόθηκε σαν τύραννος, καθότι η ανωριμότητα του το καθιστά ανίκανο να ενεργήσει για κάποιον άλλον πέραν του εαυτού του. Με αυτή την προοπτική το παιδί γίνεται θύμα της αγάπης.

Στο σημείο αυτό εύλογα αναρωτιέμαι: “Γιατί κάνουμε παιδιά;”

Κάνουμε παιδιά για να τα θυματοποιούμε στο όνομα μιας επικηρυγμένης αγάπης που δεν ζήτησαν; Γεννάμε το παιδί στην φαντασία μας και κατόπιν το παιδί μας καθιστά γονείς του φαντασιωτικού εαυτού του. Μέσα από αυτό το κοίταγμα στα πράγματα, το παιδί γίνεται η αιτία για να κατασκευάσουμε την γονεικότητα μας και ύστερα να την υποδυθούμε. Και αφού κατασκευάσουμε την γονεικότητα μας επιθυμούμε να κατασκευάσουμε και τον χαρακτήρα του παιδιού μας.

Ένα καλό παιδί είναι ένα βολικό παιδί. Είναι το παιδί που υπηρετεί τα δικά μας θέλω προσκυνώντας τις δικές μας προσδοκίες και ατενίζοντας το μέλλον του έτσι όπως εμείς το φανταζόμαστε. Ένα καλό παιδί είναι ένα συμμορφούμενο πιόνι του συστήματος που γαλουχείται με ιδανικά και αξίες και μαθαίνει να υπηρετεί τους άλλους με πειθήνια. Κατόπιν εμείς για να επιδείξουμε καλή γονεικότητα νομιμοποιούμε την θυσία προς τιμή της μητρότητας ή της πατρότητας.

Πολύ συχνά ακούμε τις φράσεις “Θυσιάστηκα για το παιδί μου”, “Γίνομαι θυσία για αυτά τα παιδιά”. Και πως πραγματοποιείται αυτή η θυσία; Με την αποδοχή της μη ευχαρίστησης. Στην ουσία δηλαδή η γονεικότητα παίρνει μια αυτοτιμωρητική χροιά. Επιβάλλεται από τα κοινωνικά στερεότυπα η οδύνη στην γονεικότητα και η παράσταση αυτή ενσαρκώνεται μέσα από την παροχή υλικών αγαθών χωρίς τέλος αλλά και την αποδοχή της μη ύπαρξης του γονέα ως οντότητας. Ο γονέας μέσω της αυτοθυσίας προς τιμή της πατρότητας ή μητρότητας, αγιοποιείται. Και αυτό συντελείται καθότι η γονεικότητα εντοπίζεται στο σταυροδρόμι της βιωματικής εμπειρίας του ατόμου και της κοινωνικής κατασκευής.

Αν μπορέσουμε να απαλλαχθούμε από το φαντασιωτικό παιδί τότε θα ανα-γεννήσουμε ψυχολογικά το παιδί μας. Θα του επιτρέψουμε να ζήσει την παιδική του ηλικία και θα αποκτήσουμε δικαίωμα στην ευχαρίστηση. Γιατί, όπως έλεγε και ο Clark, tο πιο σημαντικό πράγμα που οι γονείς μπορούν να μάθουν στα παιδιά τους είναι πώς να τα βγάζουν πέρα χωρίς αυτούς. Από την άλλη η γενικευμένη επιθυμία να αρέσουν οι γονείς στα παιδιά τους διαβρώνει τελικά την γονεική κυριαρχία και παγιδεύει τους γονείς σε μια εναγώνια προσπάθεια άσκησης γοητείας απέναντι στο παιδί.

Για να μπορέσουμε να έχουμε ευτυχισμένα παιδιά θα χρειαστεί να κατανοήσουμε τις τρεις βασικές αρχές:

Όλα τα παιδιά ακόμη και τα νήπια θα πρέπει να μπορούν να συγκεντρωθούν σε ορισμένες δραστηριότητες για αρκετό χρόνο. Η δεύτερη αρχή αφορά στην καθυστέρηση της ανταμοιβής τους στο εδώ και τώρα και η τρίτη αρχή αφορά τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε τους άλλους. Συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τον τρόπο που θα θέλαμε να μας συμπεριφερθούν. Για να μπορέσουν τα παιδιά μας να βιώσουν την παιδικότητα τους χρειάζονται την παρουσία (σημασία και χρόνο) των γονιών τους στη ζωή τους, δηλαδή ενσυνείδητους γονείς, ώρα για παιχνίδι, ποιοτική σχέση γονιών-παιδιού, πολύ καλή επικοινωνία, όρια και σωστές διαπαιδαγωγικές πρακτικές.