Από την Ισμήνη Χαρίλα

«Εδώ, καταμεσής σε όλες μας τις δυσκολίες, η ζωή καίει με φλόγα τρανή. Μπορεί κάποιες φορές να μοιάζει σαν να μη σημειώνουμε καμία πρόοδο προς το ιδεατό, όμως το ιδεατό υπάρχει, και προς αυτό κατευθύνεται η ενέργειά μας. Και μόνο η παρουσία αυτών των τριών ολοζώντανων πλασμάτων μάς υπενθυμίζει πως είναι δέσμευσή μας η ζωή: αυτό το σπίτι – τόσο γυμνό ακόμη – είναι μια καταφατική δήλωση. Ζώντας απλά, ζώντας στον ήλιο, είμαστε τουλάχιστον και πάλι σε επαφή με την πραγματικότητα. Έχουμε γεφυρώσει εκείνο το χάσμα που χωρίζει τη σύγχρονη ζωή από τις απαρχές της ζωής και έχουμε επιστρέψει στη μαγεία και στο θαύμα των στοιχειωδών μυστηρίων όπως η φωτιά, το νερό, η γη και ο αέρας. Και, πάνω απ’ όλα, δεν έχουμε αφέντες πάνω από τα κεφάλια μας. Είμαστε αφεντικά του εαυτού μας».

Ένα σπίτι στο νησί της Ύδρας στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μια οικογένεια Αυστραλών η οποία, παρόλο που αγωνίζεται να επιβιώσει σ’ έναν διαφορετικό τόπο που δεν της προσφέρει καμιά από τις ανέσεις που απολάμβανε κατά τη διαμονή της στο Λονδίνο, γεύεται τις απολαύσεις της επαφής με τη φύση και την απλοϊκότητα της καθημερινότητας που αναδεικνύει τις πρωτεύουσες αξίες της ζωής.

Η συγγραφέας Charmian Clift περιγράφει επομένως σ’ ένα αυτοβιογραφικό έργο την προσωπική της εμπειρία και τα συναισθήματα που βίωσε κατά την παραμονή της οικογένειάς της στο ελληνικό νησί.

Όντας δυναμική, αλλά και αρκετά αντισυμβατική – όπως προκύπτει από τις βιογραφικές αναφορές που παραθέτει η μεταφράστρια Φωτεινή Πιπή στον πρόλογο του εν λόγω βιβλίου που φέρει ως τίτλο «Καθάρισέ μου έναν λωτό» και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο – η Clift επιχειρεί να συμβιβαστεί με τις νέες πρωτόγνωρες, αλλά και αρκετά επίπονες συνθήκες για εκείνη.

Το μικρό νησί, κατά την αφηγηματική αρχή της ιστόρησης, δεν έχει γνωρίσει ακόμα την κοσμοπολίτικη δόξα του και είναι ένας τόπος προσέλκυσης ξένων λογοτεχνών και διανοούμενων που αναζητούν την έμπνευση και τη δημιουργία, ακολουθώντας έναν μποέμικο τρόπο ζωής. Η συγγραφέας όμως δεν είναι μόνη της. Δεν είναι ένα άτομο που λογοδοτεί μόνο στον εαυτό του και επωμίζεται αποκλειστικά τα αποτελέσματα των επιλογών της. Αντιθέτως έχει τρία παιδιά που απαιτούν την προσοχή και τη φροντίδα της και γι’ αυτό ακριβώς – εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας των ξένων καλλιτεχνών που διαμένουν στο νησί – τόσο εκείνη, όσο και ο σύντροφός της αγωνιούν για τις αποταμιεύσεις, τα έσοδα τους από τα συγγραφικά και δημοσιογραφικά τους δικαιώματα, τη διασφάλιση των απαραίτητων αγαθών και εν γένει την οικονομική τους κατάσταση που θα τους επιτρέψει να προσφέρουν στα παιδιά τους όσα χρειάζονται.

Η περιγραφή των δυσκολιών είναι αναλυτική, ρεαλιστική και απαλλαγμένη από κάθε ουτοπική αίσθηση εξιδανίκευσής τους. Η συγγραφέας, με αντικειμενικότητα, αλλά και γλαφυρές περιγραφές, παρουσιάζει την Ύδρα, ακριβώς όπως είναι και κυρίως όπως εξελίσσεται με την προσέλευση τουριστών και ιδίως κινηματογραφιστών του Χόλυγουντ που γυρίζουν ταινίες και υποβοηθούν την ταχύτατη εξάπλωση της φήμης του νησιού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το μεγαλείο της φύσης υπερτερεί της λαϊκής σκέψης, της αμάθειας και ενίοτε της δυσπιστίας και της επιφυλακτικότητας των ντόπιων κατοίκων απέναντι στους αλλοδαπούς και κυρίως τους Άγγλους, οι οποίοι, λόγω του Κυπριακού και των ενεργειών της χώρας τους, βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα.

«Ψου – ψου – ψου και μπλα – μπλα – μπλα …». Κοινωνικός σχολιασμός, άλλοτε αθώος και άλλοτε κακόβουλος που δοκιμάζει τις σχέσεις και κυρίως τις αποφάσεις εκείνων που επιλέγουν να παραμείνουν σ’ αυτόν τον τόπο, όπου το φυσικό κάλλος λειαίνει και εκμηδενίζει κάθε ασχήμια ανθρώπινης πράξης. Η Clift γράφει γι’ αυτό που ζει και νιώθει. Ο λόγος της, λυρικός και μαγευτικός, παρασύρει σε μια αφήγηση που έλκει τον αναγνώστη σε μια άλλη εποχή. Σε μια εποχή που ενώ σήμερα μοιάζει τόσο μακρινή, προκαλεί πολλά ερωτηματικά για τις αλλαγές που έχουν επέλθει από τότε και ιδίως για τις συνέπειες τους.