Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 1ο μέρος

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και το μπαρ ήταν ακόμα γεμάτο από θαμώνες που έπιναν και συζητούσαν χαμηλόφωνα υπό τους ήχους της μουσικής.

Με αρκετή δυσκολία, αλλά και με ομολογουμένως μεγαλύτερη ευκολία από άλλους συναδέλφους της, η Τζόαν είχε καταφέρει να δημιουργήσει έναν ατμοσφαιρικό χώρο, όπου, κατά έναν περίεργο τρόπο, η σιωπή δεν διαταρασσόταν παρά μονάχα από τη μελωδία.

Έναν χώρο όπου βασίλευε η φιλοσοφία της νύχτας, η οποία σκέπαζε με τον μανδύα της προβλήματα, ένοχα μυστικά και λάθη. Σφάλματα που είτε έγιναν τυχαία και αθέλητα, είτε με πλήρη επίγνωση, αλλά εξαναγκαστικά και δίχως καμιά δυνατότητα διαφυγής ή απόκλισης από τον δρόμο που ορισμένοι ονόμαζαν επιλογή, άλλοι πεπρωμένο και η ίδια η Τζόαν απλώς αναπόφευκτη κατάσταση.

Γιατί και εκείνη είχε κάνει λανθασμένες επιλογές που την έβλαψαν και έκλεισαν πολλούς δρόμους γύρω της. Δρόμους που θα την οδηγούσαν μεν στην υλοποίηση των ονείρων της, αλλά ταυτόχρονα θα δυσχέραιναν τη ζωή άλλων και θα τους στερούσαν την ευτυχία. Και η Τζόαν, όσο κι αν φορούσε το σκληρό της προσωπείο και έδειχνε αδυσώπητη, στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να καταστρέψει κάποιον, έστω και εμμέσως.

Αυτή βέβαια ήταν μια αλήθεια που τη γνώριζε μόνον η ίδια και κανείς άλλος. Ένα μυστικό που κρυβόταν στις σκιές και διακρινόταν μόνο από όσους μπορούσαν να καταλάβουν ότι η λάμψη στο βλέμμα της δεν προερχόταν από ικανοποίηση ή ευδαιμονία, αλλά από τα συσσωρευμένα δάκρυα που φυλούσαν κλειδωμένες τις αναμνήσεις που την πλήγωσαν και της χάρισαν μια πανοπλία φαινομενικής αδιαφορίας και ψυχρής ιδιοσυστασίας.

«Γεννήθηκες από τον Ήλιο, αλλά σ’ έθρεψε η Σελήνη», της είχε πει κάποτε κάποιος και η Τζόαν παρόλο που διέκρινε το επιτιμητικό του ύφος, ένιωσε κολακευμένη και κυριευμένη από μια περίσσια δύναμη που τη βοηθούσε να μεταφέρει το δεύτερο κρυφό βιβλίο της ζωής της.

Ένα αντίστοιχο βιβλίο που κουβαλούσαν και οι υπόλοιποι σ’ αυτό το μπαρ και στο οποίο δεν ήταν απαραίτητα οι συγγραφείς και ίσως ούτε καν οι αφηγητές, αλλά ήταν οπωσδήποτε οι ήρωες. Ήρωες όμως που δεν είχαν την ελεύθερη βούληση των πράξεών τους, αλλά κινούνταν σαν πιόνια, σαν μαριονέτες στα χέρια άλλων ανθρώπων, συνθηκών ή καταστάσεων.

Και η Τζόαν, που ήξερε από πρώτο χέρι πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, είχε φροντίσει να σκαλίσει το παρελθόν όλων και να βρει ό,τι υπήρχε θαμμένο, ώστε να ξέρει πού βαδίζει. Από τους βασικούς της συνεργάτες άλλωστε, μόνο ένας ήταν ο επικίνδυνος και αυτός δεν ήταν, όπως θα φανταζόταν κανείς ο Ιβάν.  

Αυτός δεν ήταν ασφαλώς μήτε άγιος, μήτε και ακίνδυνος, αλλά κυνηγούσε μόνο εκείνους που τρικλοπόδιαζαν τα σχέδιά του. Η θέση του στην πολυεθνική εξυπηρετούσε μια εικόνα βιτρίνας και η περιουσία του προερχόταν από δουλειές που εκτελούνταν στο παρασκήνιο και ήταν καθ’ όλα παράνομες και κατακριτέες. Ο ίδιος, σε αντιδιαστολή με την Τζόαν, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό στην εξόντωση των αντιπάλων του, αλλά φρόντιζε τα τσιράκια του, που κανόνιζαν για τις «εκκαθαρίσεις», να δρουν μόνο ενάντια σ’ εκείνους που παρεμπόδιζαν την επίτευξη των στόχων του και κυρίως να μην αφήνουν ίχνη που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν όπλα εναντίον του από τη δαιμόνια Ανταλί, τη γυναίκα που ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του και είχε ορίσει ως υπέρτατο σκοπό της ζωής της να τον καταστρέψει………

Συνεχίζεται……………

Συνταγή της Αμβροσίας: Το βλέμμα της νύχτας

Υλικά:

1 κιλό βατόμουρα

1 κιλό τσικουδιά (δυνατή και άοσμη)

¼ γλυκό κρασί μοσχάτο

2 λοβοί βανίλιας

1 κούπα ζάχαρη

5 σπόροι τόνγκα

Εκτέλεση:

Κόβουμε στη μέση τους λοβούς, σπάζουμε τους σπόρους και τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό, επαναλαμβάνουμε άλλες 2 φορές τη διαδικασία και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.