Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

Ο Σαμουήλ άναψε τα φώτα και έκλεισε πίσω του την πόρτα, καθώς έμπαινε στο διαμέρισμά του. Η σκυλίτσα του, η Λούσι, έτρεξε κοντά του και κούνησε χαρωπά την ουρά της, σημάδι πως περίμενε το καθιερωμένο χάδι.

Ένα χάδι που ο Σαμουήλ της χάριζε με μεγάλη προθυμία, αλλά και χαρά, αφού ήξερε πως αυτό το πλάσμα ήταν το μοναδικό που τον αγαπούσε και το μοναδικό που του είχε απομείνει, αφού η οικογένειά του τον είχε αποκηρύξει πριν πολλά χρόνια, όταν αποφοίτησε σε ηλικία δεκαεπτά ετών από το σχολείο και τους ανακοίνωσε την πρόθεση ή μάλλον επιθυμία του να μην ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση της στρατιωτικής καριέρας, όπως ο αδελφός του και να γίνει συγγραφέας.

«Δηλαδή, έχεις σκοπό να σε συντηρώ εφ’ όρου ζωής;» τον ρώτησε ειρωνικά και με έντονη δυσφορία ο στρατηγός πατέρας του και αυτή ήταν η αφορμή για να ξεσπάσει ένας μεγάλος καβγάς που οδήγησε στη φυγή του από την πατρική εστία.

Από τότε είχαν περάσει τριάντα χρόνια και ο Σαμουήλ έδωσε πολλές μάχες που αφορούσαν αναγκαστικά κυρίως την επιβίωση και όχι την πραγματοποίηση του ονείρου του.

Όταν έφυγε από το σπίτι του, βρήκε αρχικά καταφύγιο στο σπίτι μιας θείας του, εξαδέλφης της μάνας του που τον έκρυψε κυριολεκτικά, αρνούμενη να ομολογήσει κάθε επικοινωνία μαζί του, προσπαθώντας να αποφύγει οποιαδήποτε διένεξη με την οικογένειά του.

Χάρη λοιπόν στην υποστήριξη της θείας του, ο Σαμουήλ κατάφερε να βρει αρχικά δουλειά ως κλητήρας σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, να μαζέψει κάποια χρήματα, να νοικιάσει μια γκαρσονιέρα σε μακρινή γειτονιά από εκείνη που είχε μεγαλώσει και να προσπαθήσει σιγά – σιγά να δημιουργήσει τη ζωή του στηριζόμενος πλέον αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις.

Η προσπάθεια του βέβαια δεν ήταν εύκολη και στο πέρασμα του χρόνου, ο Σαμουήλ αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες που απαίτησαν από εκείνον μεγάλα αποθέματα θάρρους και πίστης. Με τους οικείους του δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά και τυχαία έμαθε τόσο για τον γάμο του αδελφού του και τη γέννηση των ανιψιών του, όσο και για τον θάνατο του πατέρα του.

Όσον αφορά δε το όνειρό του να γίνει ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού όσα κείμενα έστειλε κατά καιρούς σε εκδοτικούς οίκους απορρίφθηκαν αστραπιαία, αβίαστα και δίχως ενδοιασμούς για τον κατακερματισμό των προσδοκιών του.

Κατά τη διάρκεια επομένως των τριάντα αυτών ετών το μοναδικό του επίτευγμα ήταν ότι κατάφερε να τελειώσει μια σχολή γραφιστικής και να βρει δουλειά σε μια κατασκευαστική εταιρεία που του παρείχε μεν καλύτερες συνθήκες και παροχές από εκείνη του κλητήρα, αλλά μήτε έσβηνε, μήτε ικανοποιούσε το πάθος του για την εκφραστική δημιουργία.

Ένα πάθος που εξυπηρετούσε ευλαβικά κάθε βράδυ, ξενυχτώντας και γράφοντας έχοντας συντροφιά τη Λούσι, μια σκυλίτσα ράτσας Κόκερ Σπάνιελ που βρέθηκε κοντά του πριν τρία χρόνια ως δώρο από έναν φίλο του και έγινε για εκείνον το μοναδικό πλάσμα που τον αγαπούσε απρόσκοπτα και δίχως ιδιοτελείς σκέψεις. Σε αντίθεση δηλαδή με τις κατά καιρούς ερωτικές του συντρόφους που απαιτούσαν να γίνουν προτεραιότητά του, ενώ ήξεραν ότι αυτός ήταν δοσμένος ψυχή τε και σώματι στο όνειρό του και δεν ποθούσε τίποτα άλλο από το να γράφει και να μοιράζεται τα κείμενά του με τους δυνητικούς αναγνώστες του.

Για τρεις ολόκληρες δεκαετίες εξάλλου αυτή ήταν η μοναδική του ευχή και η Τζόαν, φίλη μιας παλαιάς ερωμένης του, ήταν εκείνη που του την προσέφερε, προτείνοντας του να αναλάβει τον ρόλο του κονφερασιέ στο μπαρ που θα δημιουργούσε.

Συνεχίζεται……………

Συνταγή της Αμβροσίας: Καλυμμένες προσδοκίες

Υλικά:

10 αχλάδια

500 γραμμάρια σοκολάτα κουβερτούρα

1 κουταλιά φρέσκο βούτυρο

½ φλιτζανάκι του καφέ κονιάκ

Λίγη κανέλα σκόνη

Τριμμένο φιστίκι Αιγίνης

Εκτέλεση: Πλένουμε καλά τα αχλάδια και τα σκουπίζουμε. Λιώνουμε τη σοκολάτα σε μπεν μαρί και αποσύρουμε από τη φωτιά. Ρίχνουμε το βούτυρο και ανακατεύουμε καλά. Προσθέτουμε το κονιάκ και την κανέλα και ανακατεύουμε. Βουτάμε ένα – ένα τα αχλάδια στη σοκολάτα, τα πασπαλίζουμε με τριμμένο φιστίκι Αιγίνης και τα τοποθετούμε όρθια σε πιατέλα.