Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 2021 ο Βρετανό – γκανέζος συγγραφέας και φωτογράφος Caleb Azumah Nelson κέρδισε το Βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο Costa στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα με το πρώτο του μυθιστόρημα «Ανοιχτή θάλασσα» που χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς «ως ένα κείμενο που δεν είχε ξαναδιαβαστεί ποτέ».

Η αφήγηση στο εν λόγω έργο, που κυκλοφορεί στην ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο και σε μετάφραση Αλέξη Καλοφωλιά, έχει ως βάση τη σχέση δυο νέων – ενός φωτογράφου και μιας χορεύτριας – που ξεκινά αρχικά ως φιλική και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μια ερωτική ιστορία που ανασύρει στην επιφάνεια τους βαθύτερους συλλογισμούς του πρωταγωνιστή και κυρίως την αντίληψή του τόσο για τον κόσμο που τον περιβάλλει, όσο και για την καθημερινότητά του στην κοινωνία του Λονδίνου, όπου κατοικεί.

Μια κοινωνία, μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, η οποία, ενώ κουβαλά μια μακραίωνη ιστορία δυτικού παρελθόντος που θα έπρεπε να την έχει διδάξει για τα σωστά βήματα σκιαγράφησης του μέλλοντος, μοιάζει να οπισθοχωρεί, ως προς έναν βαθμό, σ’ ένα πεπερασμένο συμπεριφορικό μοντέλο περιθωριοποίησης και εξοστρακισμού ανθρώπων βάσει κοντόφθαλμων στερεοτυπικών πεποιθήσεων.

Οι δυο κεντρικοί ήρωες του μυθιστορήματος ανήκουν στη Μαύρη Φυλή και βιώνουν – ιδίως ο άνδρας που παραμένει ανώνυμος κατά τη διάρκεια της διήγησης – το «Τραύμα» των συνεπειών της καχυποψίας της Λευκής Φυλής απέναντι στο «Μαύρο Σώμα», το «σώμα ενός είδους (…) μια μαύρη ταυτότητα που ορίζεται ως άθλια, απειλητική, δουλική, επικίνδυνη, εξαρτημένη, παράλογη και μολυσματική». Ένα φορτίο που κουβαλά κάποιος από τη στιγμή που γεννιέται και το οποίο προσπαθεί να αποτινάξει αποζητώντας την ελευθερία, «αφού βρίσκει τον εαυτό του να περιορίζεται με τρόπο που δεν ζήτησε, με τρόπο που ίσως δεν θα μπορούσε να περιέχει όλα όσα είναι, όλα όσα θα μπορούσε να θέλει να είναι».

Η ελευθερία επομένως αποτελεί όνειρο ζωής και μετατρέπεται σταδιακά σε αυτοσκοπό, ενώ θεωρείται το δώρο που προσφέρεται απλόχερα μέσω της Τέχνης που κατακλύζει τις σελίδες του βιβλίου και ιδίως μέσω συχνής αναφοράς στη Μουσική.

Μ’ ένα κράμα υπερρεαλιστικής και ιμπρεσιονιστικής αίσθησης που παραπέμπει σε μια νοερή αντιπαραβολή και συνδεσιμότητα με το έργο του Αντρέ Μπρετόν και του Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο δημιουργός ερμηνεύει την πραγματικότητα μέσω των αντιλήψεων και της καλλιτεχνικής οπτικής, χρησιμοποιώντας τον φακό του φωτογράφου για να υπερθεματίσει τη στασιμότητα της κοινωνίας, η οποία – ενώ κινείται σαν μια χορεύτρια και εναλλάσσεται ως ένα μουσικό πρελούδιο – επιστρέφει πάντοτε στο αρχικό σημείο.

Με αδρές περιγραφές, πολλές παρομοιώσεις και έναν πρωτότυπο τρόπο γραφής, που διαφοροποιείται από τον συνηθισμένο μυθιστορηματικό λόγο, ο Caleb Azumah Nelson επισημαίνει λοιπόν τις έννοιες της αγάπης, της ελπίδας και του όρου της ενσυναίσθησης, ο οποίος, ενώ προβάλλεται κατά κόρον στην εποχή μας, εντούτοις φαίνεται ότι υστερεί στην τελική αποτύπωση, αλλά και πραγμάτωσή του.

Η ίδια η ζωή είναι επομένως εκείνη που καθηλώνει, οριοθετεί και απαιτεί τόλμη και θάρρος για να αντιμετωπίσει κανείς την καθημερινότητα και τα προσκόμματα που δημιουργούνται από εκείνους που σκόπιμα ή μη αρνούνται να εγκαταλείψουν τα κακώς κείμενα του παρελθόντος. Και τα γεγονότα, όπως επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσω της αφήγησης, μετατρέπονται σε αναμνήσεις που αποδεικνύουν τις δυνατότητες και τις αδυναμίες καθενός, αλλά και τα αποτελέσματα των επιλογών που καλείται να ακολουθήσει.