Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1928 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε στο προλογικό σημείωμα της έκδοσης του Κατήφορου «Τα πάντα συγχωρώ εις την Τέχνην μου εκτός «του αισχρού διά το αισχρόν». Κανέν άλλο μου έργον ίσως δεν είναι γραμμένον συμφωνότερα με τας αρχάς μου αυτάς από τον «Κατήφορον». Παρουσιάζω εις αυτόν ένα ωραίο κορίτσι από οικογένειαν, το οποίον παρασύρεται βαθμηδόν και καταντά κοκόττα του χειρίστου είδους. Λοιπόν το κορίτσι αυτό δεν ηδονίζει κανένα. Είναι καθαυτό μια τραγική ηρωίς, η οποία κινεί, εις κάθε σελίδα, τον οίκτον και τον έλεον. Προπάντων αποτρέπει από ομοίαν ασυναίσθητον πτώσιν, από όμοιον φρικώδη κατήφορον. Δια τούτο εις την προμετωπίδα του έργου εχάραξα αυτάς τας λέξεις:

«Αν είχα κόρη δεκάξι χρονών, θα έκανα να διαβάσει κρυφά αυτό το βιβλίο και θα ήμουν ήσυχος ότι ποτέ δεν θα κινδύνευε να παρεκτραπεί».

Όπως είναι γνωστό, την εποχή εκείνη υπήρχαν κοινωνικοί περιορισμοί που λογόκριναν και δεν επέτρεπαν την πρόσβαση σε νεαρά κορίτσια σε αναγνώσματα που θεωρούνταν άσεμνα και ανήθικα. Εκατό χρόνια αργότερα η οπτική έχει διαφοροποιηθεί, η κοινωνία έχει προχωρήσει σε νέους δρόμους εξέλιξης και η γνώση του γίγνεσθαι, είναι το ισχυρό όπλο κάθε ατόμου για την ανάπτυξή του, μέσω της εύκολης πρόσβασής του σε αυτήν χάρη στην τεχνολογική επανάσταση.

Παρ’ όλα αυτά όμως, συγκρίνοντας την ελληνική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα με τη σημερινή, εστιάζοντας στην έννοια της παρεκτροπής που σχολίασε στο σημείωμά του ο Ξενόπουλος και εξετάζοντας την διαρκώς αυξανόμενη παραβατική συμπεριφορά των εφήβων και των νέων, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η γνώση αυτή καθ’ αυτή ουδόλως υποβοήθησε τη σκιαγράφηση της οριοθέτησης εκφράσεων και αντιδράσεων που προσβάλλουν ή θίγουν το ίδιο το άτομο και κυρίως ετέρους από το περιβάλλον του.

Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη και με την ηρωίδα του «Κατήφορου», τη Ρόζα. Μια νεαρή που, ναι μεν παρασύρεται αρχικά, αλλά στη συνέχεια προχωρά βαθύτερα στον κόσμο της ηδονής, εξαιτίας της απουσίας ανθρώπων που θα μπορούσαν να της υποδείξουν την έκβαση των λανθασμένων επιλογών της και κυρίως το αντίτιμο που θα αναγκαζόταν να καταβάλλει ως αντιστάθμισμα για το χρηματικό όφελος της πώλησης του ίδιου του εαυτού της.

Ως εισηγητής του αστικού μυθιστορήματος λοιπόν, ο Ξενόπουλος περιγράφει την πόλη των Αθηνών αφήνοντας στις επόμενες γενιές ένα χρονολογικό τεκμήριο για τα ήθη, αλλά και για την κοινωνία της εποχής που διαδραματίζεται το έργο, παρουσιάζοντας ήρωες που εκπροσωπούν διαφορετικές τάξεις, από την αριστοκρατία ως τα λαϊκά στρώματα και οι οποίοι συγχρωτίζονται σ’ έναν σκοτεινό μυστικό κόσμο, όπου δεν έχει σημασία η καταγωγή, αλλά η κατοχή εξουσίας.

Κατά συνέπεια η Ρόζα καταλήγει να ικανοποιεί τους ίδιους πελάτες με την υπηρέτριά της, η οποία βαθμηδόν ανέρχεται και γίνεται συνεργάτιδα της στον οίκο ανοχής.

Με λόγο απλό και με μια αφηγηματική ευκολία που επισημάνθηκε κατά καιρούς από τους μελετητές του και αποτέλεσε αφορμή πολεμικής από τους σύγχρονούς του, ως συμβάλλουσα στη μείωση της λογοτεχνικής ποιότητας, ο συγγραφέας κινείται ανάμεσα στον κίνημα του ρεαλισμού, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα και τον νατουραλισμό, αφού οι πρωταγωνιστές του συγκεκριμένου μυθιστορήματος αντιδρούν επηρεαζόμενοι από το περιβάλλον και τις καταβολές τους.

Η Ρόζα αντιπαραβάλλεται επομένως σε άλλες γνωστές μυθικές λογοτεχνικές ηρωίδες, όπως η Χοντρομπαλού του Μωπασσάν, η Μαργαρίτα Γκωτιέ του Δουμά (υιού), η Νανά του Ζολά, η Λεά της Κωλέτ και αντιδιαστέλλεται κυρίως με τη Ζιζί της τελευταίας.

Διότι, η μικρή Ζιζί, αν και ωθείται από τις γιαγιάδες της στον εύκολο δρόμο του κέρδους ως ερωμένη ενός πλούσιου άνδρα, είναι αρκετά έξυπνη, ώστε να διαχωρίσει τη θεωρία από την πράξη, να αποφύγει μια ζωή που θα την έμπλεκε σε σκάνδαλα και αρνητικά σχόλια και να κάνει τις προσωπικές της επιλογές χωρίς να επιτρέψει στους άλλους να την χειραγωγήσουν και να την οδηγήσουν σε μονοπάτια δικής τους βούλησης.

Και αυτή ακριβώς η κίνηση, η προθυμία ή μη της μανιπουλαριστικής παράδοσης αποτελεί το βαθύτερο νόημα του «Κατήφορου». Η δύναμη της αντίδρασης και η ενστικτώδης ικανότητα του ανθρώπου να θέτει όρια τη στιγμή που πρέπει.