Από την Ισμήνη Χαρίλα

Η βιομηχανική επανάσταση, η περιγραφή της ζωής των ανθρακωρύχων στην Αγγλία, η κοινωνική διαστρωμάτωση στις αρχές του εικοστού αιώνα, η θρησκεία, οι οικογενειακές σχέσεις με έμφαση στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η θέση των γυναικών στην προαναφερθείσα χρονική περίοδο, αλλά και η επιρροή της ασθένειας και της λύτρωσης του θανάτου για τους οικείους, είναι ορισμένα από τα θέματα που αναλύονται στο μυθιστόρημα του Βρετανού λογοτέχνη D. H. Lawrence «Γιοι και Εραστές» που πρωτο – παραδόθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 1913 και επανακυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο και σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.

Σ’ ένα έργο που βασίζεται στα αυτοβιογραφικά στοιχεία του, ο συγγραφέας εκφράζει τις απόψεις και τη θέση του τόσο για την κοινωνία της εποχής του, όσο και για την ίδια τη ζωή μέσω της ψυχογραφικής ανάλυσης των χαρακτήρων και όχι μέσω παράθεσης φιλοσοφικών σχολίων, ως είθισται να πράττουν άλλοι δημιουργοί.

Έτσι, η Γερτρούδη, η μητέρα της οικογενείας, μια καθ’ όλα χειριστική γυναίκα, είναι εκείνη που κινεί τα νήματα του συζύγου και των παιδιών της και ιδίως των γιων της, Γουίλιαμ και Πολ. Αυταρχική και επίμονη, αγαπά μεν τα παιδιά της, αλλά ταυτόχρονα προτεραιοποιεί τις δικές της ανάγκες έναντι των δικών τους και τα κρατά αέναα δέσμια στη δική της βούληση που εμμέσως, αλλά και με πλήρη σαφήνεια, ορίζει τις πράξεις τους.

Απογοητευμένη από την κατάληξη του γάμου της, «απελπισμένη», όπως εξηγεί ο ίδιος ο D. H. Lawrence, μοιράζεται το φορτίο της και το μεταφέρει στα παιδιά της, ώστε να μην υποφέρει πλέον μόνη. Μετά επομένως από τον θάνατο του πρωτότοκου Γουίλιαμ και την εμφανή απροθυμία του αδελφού του Άρθουρ να συμμετάσχει στις οικογενειακές υποχρεώσεις, ο Πολ αναγκάζεται να επωμιστεί μόνος του τη φροντίδα της μητέρας του και να παραβλέψει τις επιθυμίες του, επιλέγοντας κατά τη διάρκεια της μάχης των υποχρεώσεων και των επιθυμιών, την ήττα των τελευταίων.

Η νιότη του διεκδικεί μεν την πραγμάτωση των ονείρων, αλλά εκείνος – γαλουχημένος από τη μητέρα του με αξίες και συμβατικότητες που δεν θα του επέτρεπαν ποτέ να ζήσει με ήσυχη συνείδηση γνωρίζοντας πως η ίδια υποφέρει – αυτοθυσιάζεται για να «της δείξει πίστη και αφοσίωση». Ως εκ τούτου αναδεικνύεται σ’ έναν ήρωα που – αντλώντας στοιχεία από την εξαρτημένη σχέση του ίδιου του συγγραφέα με τη μητέρα του – γίνεται θύτης του ίδιου του εαυτού του, όντας πρωτίστως το θύμα της μητρικής εκμετάλλευσης των συναισθημάτων του προς το πρόσωπό της.

Σε αντιδιαστολή μ’ εκείνον, οι δυο γυναίκες της ζωής του, η Μίριαμ και η Κλάρα. Η πρώτη προσδοκά να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που επιβάλλει στις γυναίκες η κοινωνία της εποχής της. Με τη βοήθεια του Πολ, προσπαθεί να μορφωθεί και να διευρύνει τους ορίζοντές της. Βαθειά θρησκευόμενη, μοιάζει περιορισμένη, αλλά στην πραγματικότητα είναι περισσότερο ελεύθερη και συμβιβασμένη με τις προοπτικές της από την Κλάρα που, αν και ανήκουσα στις πρωτοποριακές σουφραζέτες και ούσα σε διάσταση με τον σύζυγό της, επιστρέφει σ’ αυτόν, αδυνατώντας να ζήσει μόνη και δίχως τη σκέπη του ανδρικού προτύπου.

Ο D. H. Lawrence επομένως σκιαγραφεί σύγχρονές του ανθρώπινες μορφές που ταλανίζουν ή ταλανίζονται στην προσπάθειά τους να βρουν το πεπρωμένο τους. Μορφές που άλλοτε αδιαφορούν για τον πόνο που θα προκαλέσουν και άλλοτε επωμίζονται μεγαλύτερο φορτίο από αυτό που τους αναλογεί, προτιμώντας να υποφέρουν οι ίδιοι, παρά να βλάψουν τους άλλους.