Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 6ο μέρος

Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον. Να εκμυστηρευτεί τις μύχιες σκέψεις του, να του εξηγήσει πώς έφθασε στο σημείο να προβαίνει σε πράξεις που ακόμα και ο ίδιος αποδοκίμαζε, να κλάψει, να φωνάξει, να ξεριζώσει από την ψυχή του τον δαίμονα που τον βασάνιζε και να ζητήσει βοήθεια.

Βοήθεια για να ξεφύγει από μια κατάσταση στην οποία έμπλεξε οικειοθελώς, καθοδηγούμενος από το πάθος του και αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει το βάρος των συνεπειών.

Τότε, όταν συναίνεσε, όταν της είπε «βασίσου επάνω μου και εγώ θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις», δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί, ούτε να προβλέψει ποια θα ήταν τα δικά του συναισθήματα. Του αρκούσε η ευγνωμοσύνη που διέκρινε στο βλέμμα της, όπως και ένα αμυδρό χαμόγελο που εμφανίστηκε έπειτα από πολύ καιρό.

Καθώς περπατούσε μόνος κατά μήκος της παραλίας, προσπαθώντας να αποφορτιστεί από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας, ανασύνθεσε στη μνήμη του τη σκηνή που βρέθηκε η Τζούντι. Το ουρλιαχτό της κοπέλας που ανακάλυψε την Τζούντι, δεν τον τρόμαξε, όπως τους υπολοίπους. Το περίμενε σαν εναρκτήριο λάκτισμα για να τρέξει και να προλάβει να φθάσει πρώτος στο καμαρίνι, να αγγίξει το σώμα της και να τον δουν όλοι, προκειμένου να δικαιολογήσει τυχόν ευρήματα αποτυπωμάτων του από την προηγούμενη επαφή τους.

Η δολοφονία της ήταν υπερβολικά εύκολη και όλα διαδραματίστηκαν ακριβώς σύμφωνα με τις οδηγίες που του είχε δώσει εκείνη που λάτρευε και για την οποία δεν δίστασε να βάψει τα χέρια του με αίμα.

Η Τζούντι ήταν σχεδόν ένα πρόθυμο θύμα, μια γυναίκα που ζούσε στο ροζ συννεφάκι της, μια ανώριμη κοπέλα που ανήκε στο είδος εκείνων που ο Μέλβιν περιφρονούσε. Δεν χρειάστηκε άλλωστε μεγάλη προσπάθεια από την πλευρά του για να την παρασύρει. Ένα χάδι, ένα φιλί και η Τζούντι ήταν πλέον δική του, έρμαιο της βούλησής του και πειθήνιο ανίδεο όργανο του σχεδίου.

Ένα φιλί του ως φτωχό αντάλλαγμα για τη ζωή της, μια αγκαλιά για μια θανάσιμη λαβωματιά και ένα τρομαγμένο προδομένο βλέμμα της που ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει.

Η υγρασία και μια ξαφνική ριπή του αγέρα τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Κρύωνε, αλλά καθώς δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του, θεωρώντας ότι ο περιορισμός του σε τέσσερις τοίχους θα επιβάρυνε το φορτίο της ενοχής του, προτίμησε να επιταχύνει τον βηματισμό του και να αναζητήσει καταφύγιο σε ένα κοντινό καφενεδάκι με άρωμα άλλης εποχής, το μοναδικό που ήταν ανοιχτό στην περιοχή εκείνη την ώρα.

Ελάχιστοι θαμώνες μια παρέα ηλικιωμένων ανδρών που έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν τάβλι. Εκείνος επέλεξε ένα τραπεζάκι στην άκρη του μαγαζιού, κοντά στο παράθυρο, παρήγγειλε ένα τσάι και έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία. Τη μοναδική φωτογραφία που απεικονίζονταν και οι τρεις τους και την οποία κατάφερε να περισώσει, όταν εκείνη του ζήτησε να καταστρέψει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τους συνδέσει ή να αποκαλύψει το κοινό τους παρελθόν. Αν ήταν δική του επιλογή, θα είχε κρατήσει τις αναμνήσεις, αλλά εκείνη πήγε στο σπίτι του και απαίτησε να τα κάψει όλα μπροστά της.

«Δεν πρέπει να κρατήσεις τίποτα Μέλβιν», του είπε και εκείνος υπάκουσε δίχως αντιρρήσεις.

Μόνο αυτή η μικρή φωτογραφία που απεικόνιζε τους τρεις τους, εκείνη, τον αδελφό της και τον Μέλβιν από την εποχή της εφηβείας τους σώθηκε, όντας ξεχασμένη σε ένα συρτάρι κάτω από κάλτσες και μαντήλια και όταν την ανακάλυψε τυχαία ο Μέλβιν δεν μπόρεσε να την κάψει, Τη φύλαξε και κάθε φορά που ήθελε να αντλήσει θάρρος και να υπερνικήσει τις αναστολές και τους φόβους του για το σχέδιό τους, την κοιτούσε και θύμιζε στον εαυτό του από τη μια πλευρά τους λόγους της εκδίκησής τους και από την άλλη πόσο άλλαξε εκείνη μετά τον θάνατο του αδελφού και των γονιών της.

Η ευγενική, φιλόστοργη, υπάκουη, καλόψυχη Ανταλί μεταμορφώθηκε σε μια σκληρή, δυναμική, εκδικητική, πανούργα γυναίκα που έβαλε σκοπό να καταστρέψει εκείνους που της στέρησαν ό,τι και όσους αγαπούσε.

Η αθωότητα που είχε αποτυπωθεί κάποτε σ’ αυτό το κομμάτι χαρτί που κρατούσε ο Μέλβιν στα χέρια του αντικαταστάθηκε από ένα δολοφονικό ένστικτο που δεν δίσταζε μπροστά σε κανένα εμπόδιο που θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχία του στόχου της.

Και ο Μέλβιν, ο καλοσυνάτος και πράος Μέλβιν που είχε ερωτευθεί παράφορα τη γλυκιά Ανταλί, έστω και αν δεν της το είχε ομολογήσει ποτέ, λάτρευε πλέον τη γυναίκα που με την εμμονή της για απονομή δικαιοσύνης είχε μεταμορφώσει και τον ίδιο σ’ έναν άνδρα που δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να γίνει.

Σ’ έναν άνδρα που η μορφή του τον τρόμαζε, αλλά συνάμα τον έκανε να αισθάνεται υπερήφανος για την τόλμη που έδειχνε για πρώτη φορά στη ζωή του.

Συνεχίζεται……………

Συνταγή της Αμβροσίας: Η κραυγή της σκέψης

Υλικά:

10 ώριμοι λοτοί

1 κιλό τσικουδιά (δυνατή και άοσμη)

½ κιλό γλυκό σαμιώτικο κρασί

1 κούπα ζάχαρη

2 λοβοί βανίλιας

10 σπόροι τόνκα

1 κτ σούπας κάρδαμο

Εκτέλεση:

Πλένουμε και κόβουμε τους λοτούς, χωρίς να αφαιρέσουμε τα κουκούτσια. Κόβουμε τους λοβούς βανίλιας και σπάζουμε τους σπόρους τόνκα. Τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό, επαναλαμβάνουμε άλλες 2 φορές τη διαδικασία και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.