Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 7ο μέρος

Από την πρώτη στιγμή, ο αστυνόμος Σωτήρης Σπιρταδέλης ένιωσε ότι υπήρχε κάποιο λάθος. Λες και κοιτούσε έναν πίνακα ζωγραφικής ανάποδα ή βρισκόταν σ’ ένα δωμάτιο όπου τα έπιπλα είχαν τοποθετηθεί σε αντίθετα σημεία.

Η εμπειρία της τριαντάχρονης προϋπηρεσίας του στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας, αλλά και το ένστικτό του που δεν τον είχε προδώσει ποτέ, χτυπούσαν ηχηρά το καμπανάκι συναγερμού και έτσι εκείνος ένιωθε ή μάλλον ήξερε ότι τα στοιχεία που είχαν βρει μέχρι τότε είχαν μια διαφορετική ερμηνεία.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συλλέξει, η δολοφονηθείσα ήταν εξαιρετικά αφελής και ευκολόπιστη. Όλοι δε στο περιβάλλον της τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν ήταν καθόλου δύσκολο να ξεγελαστεί ή να παρασυρθεί και να μπλέξει σε περίεργες καταστάσεις. Και ακριβώς αυτές οι μαρτυρίες αντέκρουαν την αληθοφάνεια του γράμματος που είχε βρεθεί στο καμαρίνι της. Ένα γράμμα σφραγισμένο με βουλοκέρι και με την ένδειξη να παραδοθεί στην Αστυνομία μετά τον θάνατό της.

Σ’ ένα σύντομο και λιτό κείμενο, η νεαρή κοπέλα κατεδείκνυε ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας της, τον ιδιοκτήτη του μπαρ, τον Ιβάν.

«Έγινα άθελά μου μάρτυρας παράνομων δοσοληψιών», έγραφε η Τζούντι. «Προσπάθησα να απομακρυνθώ, χωρίς να γίνω αντιληπτή, αλλά δυστυχώς είμαι σίγουρη ότι ο Ιβάν με είδε. Και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα με κυνηγήσει και ίσως ακόμα… Ίσως και να με σκοτώσει….».

Στη συνέχεια της επιστολής κατέγραφε αναλυτικά την ημερομηνία και την ώρα του περιστατικού, τα πρόσωπα και τη συνομιλία που αφορούσε τη διακίνηση παράνομων ουσιών.

Το κείμενο που ήταν γραμμένο σε γραφομηχανή, ήταν στοιχειοθετημένο και δίχως κενά. Γεγονός που ενίσχυε την αντίφασή του με τον χαρακτήρα της επιπόλαιης και ανοργάνωτης Τζούντι. Επιπρόσθετα, πουθενά στο σπίτι ή στο καμαρίνι της δεν είχε βρεθεί γραφομηχανή.

Υπήρχε λοιπόν κάποιο τρίτο άτομο που τη βοήθησε ή μήπως ο δολοφόνος της προσπάθησε να ενοχοποιήσει τον Ιβάν για να γλυτώσει ο ίδιος;

Ο αστυνόμος πίστευε την πιθανότητα της δεύτερης εκδοχής, αλλά είχε ακόμα αναπάντητα ερωτηματικά, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει τη σύνδεση των τεκταινομένων και κυρίως ποιο ήταν το αληθινό θύμα της υπόθεσης. Διότι, το προαίσθημά του, τού φώναζε ότι η Τζούντι ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια και ο στόχος του δολοφόνου ήταν η αργή, βασανιστική, ντροπιαστική και μαρτυρική καταστροφή του Ιβάν. Ποιος ήταν όμως αυτός που μισούσε τον Ιβάν και ποια ήταν τα κίνητρά του;

Μετατοπίζοντας τα κομμάτια του παζλ και σχηματοποιώντας την εικόνα από την αρχή, ο αστυνόμος καταλάβαινε ότι αυτή η ιστορία κουβαλούσε ένα φορτίο συσσωρευμένης οργής και γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να ψάξει την αρχή του νήματος που πιθανότατα θα τον οδηγούσε στο παρελθόν.

Η αναζήτηση δεν θα ήταν εύκολη και καθώς ο ίδιος ο δολοφόνος ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να του δώσει τις απαντήσεις, ο αστυνόμος αποφάσισε να συμμετάσχει μ’ έναν διαφορετικό τρόπο στο παιχνίδι και να μην συλλάβει ως ύποπτο τον Ιβάν. Έτσι, ο δολοφόνος θα αναστατωνόταν και προσπαθώντας να βρει τους λόγους για τους οποίους δεν λειτούργησε η παγίδα του, θα έκανε το μοιραίο λάθος που θα αποτραβούσε το πέπλο της αλήθειας. Ούτως ή άλλως τα βασικά όπλα στη φαρέτρα του αστυνόμου τη δεδομένη στιγμή ήταν η απώλεια της ψυχραιμίας του πραγματικού ενόχου και η βιασύνη του για την επίτευξη του στόχου.

Συνεχίζεται………

Συνταγή της Αμβροσίας: Περιπλοκές

Υλικά:

10 μεγάλες καραβίδες

1 μεγάλη πατάτα

2 φρέσκα κρεμμυδάκια

Λίγος άνηθος

1 μαρούλι

Για τη σος

1 κ.σ. πικάντικη μουστάρδα

½ ποτ. κρασιού λάδι

Αλάτι – πιπέρι

½ φλιτζανάκι λευκό ξίδι

Εκτέλεση:

Πλένουμε, βράζουμε, καθαρίζουμε και κόβουμε τις καραβίδες. Καθαρίζουμε, βράζουμε και κόβουμε την πατάτα. Πλένουμε και ψιλοκόβουμε τα κρεμμυδάκια, τον άνηθο και την καρδιά του μαρουλιού.

Τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα μπολ, περιχύνουμε με τη σος, την οποία έχουμε ετοιμάσει χτυπώντας καλά όλα τα υλικά και ανακατεύουμε.