Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 8ο μέρος

Η θερμοκρασία εκείνης της νύχτας ήταν υψηλή για την εποχή. Κι όμως ο Μέλβιν ένιωθε ένα έντονο ρίγος και δεν μπορούσε να συγκρατήσει το σώμα του που έτρεμε από το κρύο.

Κουλουριασμένος σε μια γωνιά του κρεβατιού και τυλιγμένος με μια φθαρμένη κουβέρτα που είχε προσφέρει τη ζεστασιά της σε τόσους άλλους πριν από εκείνον, άκουγε το ροχαλητό του συγκρατουμένου του και προσπαθούσε μάταια να γλιτώσει από τις Ερινύες που τον καταδίωκαν για τις άνομες πράξεις του.

Όσο όμως κι αν αναζητούσε ελαφρυντικά για το έγκλημά του, ακόμα και στα δικά του μάτια η ενοχή του κράδαινε το λάβαρό της, αφού – ανεξάρτητα από τα κίνητρά του και την αγάπη του για την Ανταλί – σκότωσε έναν άνθρωπο και συνωμότησε στο σχέδιο καταστροφής ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος – όπως αποδείχθηκε κατά την αστυνομική έρευνα – μπορεί να ήταν ένοχος για άλλα αδικήματα, αλλά δεν είχε απολύτως καμιά συμμετοχή στον θάνατο του αδελφού της Ανταλί.

Τόσο η τελευταία, όσο και ο Μέλβιν είχαν παρασυρθεί από τις ενδείξεις και τον είχαν κατηγορήσει άδικα. Ίσως επειδή βιάστηκαν, ίσως επειδή είχαν ανάγκη να κατονομάσουν τον υπαίτιο, ίσως, εντέλει, επειδή δεν είχαν την ικανότητα ή τα μέσα να φθάσουν στον βασικό πυρήνα της υπόθεσης, κατέληξαν να δουν μόνο ένα μέρος της εικόνας και ποτέ την ολότητά της.

Η θλίψη και ο πόνος τους για τον χαμό του αγαπημένου αδελφού και φίλου, μετατράπηκαν σε μια οργή που επιζητούσε ικανοποίηση με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, ενώ η εκδίκηση έγινε μονόδρομος που συμπαρέσυρε στην καταστροφή και αθώους.

Έπειτα από τις αποκαλύψεις, το μπαρ έκλεισε και οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα σε μια στιγμή τη δουλειά τους. Ο Μέλβιν ένιωθε υπεύθυνος για όλους και κυρίως για τον σαξοφωνίστα Μπάρι και τον τρομπετίστα Κένι, οι οποίοι ήταν φορτωμένοι με δάνεια και οικογενειακές υποχρεώσεις που κάλυπταν με τα έσοδα της δεύτερης δουλειάς τους.

Το βάρος της ευθύνης ήταν πλέον αβάσταχτο για τον Μέλβιν και έβρισκε παρηγοριά μονάχα στη σκέψη ότι υπήρξαν κάποιοι, όπως ο Σαμουήλ και η Τζόαν που βγήκαν αλώβητοι ή τουλάχιστον με μηδενικές απώλειες από αυτόν τον τυφώνα που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Ο μεν πρώτος είχε ικανοποιήσει το όνειρό του να μοιράζεται τα κείμενά του και όντας ικανότατος δημοσιοσχεσίτης, σύντομα θα συνέχιζε σε κάποιον άλλο χώρο μαζί με την Μάριον που βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά του, έπειτα από την εγκατάλειψη του Ιβάν. Η δε δεύτερη, έχοντας προβλέψει την επερχόμενη καταστροφή, είχε ήδη ανακοινώσει τη νέα της επαγγελματική συνεργασία και την αποχώρησή της από τη διεύθυνση του μπαρ, προτού προλάβει να ξεσπάσει το σκάνδαλο.

Τέσσερα άτομα επομένως απέμεναν μαζί με αυτόν από την κλειστή ομάδα και ο Μέλβιν νιώθοντας ή μάλλον συνειδητοποιώντας ότι ήταν ο πλέον χαμένος από όλους, αδυνατούσε να αποδεχθεί κυρίως την εξαπάτηση και την προδοσία από τις δυο γυναίκες που εμπιστευόταν και σεβόταν απόλυτα, δηλαδή την Ανταλί και τη Βίκυ.

Είναι άλλωστε αλήθεια ότι αν κάποιος του ιστορούσε πριν από μερικούς μήνες την κατάληξη αυτής της περιπέτειας, θα τον περιγελούσε και θα τον απόδιωχνε. Κι όμως αυτή η εξέλιξη που υπερέβαινε τα όρια της φαντασίας, τον διέλυσε εντελώς και δεν θα την πίστευε ποτέ αν δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων.

Η μνήμη του ανασυνθέτοντας την απεικόνιση της νύχτας της παραμονής της σύλληψής του, τον οδήγησε στη σπηλιά της παραλίας, όπου είχε ζητήσει ο Ιβάν από εκείνον και την Ανταλί να συναντηθούν.

Παρόλο που ο Μέλβιν ικέτευσε την Ανταλί να αρνηθούν, εκείνη δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί από μια κατά πρόσωπο αντιπαράθεση με τον άνθρωπο που – μέχρι τότε τουλάχιστον – μισούσε θανάσιμα.

Συνεχίζεται………

Συνταγή της Αμβροσίας: Διάλυση

Υλικά:

15 μεγάλα μανταρίνια

1 κιλό ζάχαρη

1 φλιτζανάκι νερό

2 ξύλα κανέλας

Φλούδες από 3 μανταρίνια

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε τα μανταρίνια και χωρίζουμε τις φέτες. Πλένουμε τις φλούδες των 3 μανταρινιών. Τοποθετούμε όλα τα υλικά σε μια κατσαρόλα και τα βράζουμε, μέχρι να δέσει το γλυκό. Αποσύρουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά και όταν κρυώσει το γλυκό, το βάζουμε σε βάζο και το τοποθετούμε στο ψυγείο.

Σερβίρουμε συνοδευτικά με παγωτό καϊμάκι.