Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 9ο μέρος

Η συνάντησή τους είχε οριστεί κοντά στο σημείο όπου ο Μέλβιν είχε αναζητήσει καταφύγιο μετά τη δολοφονία της Τζούντι.

Η Ανταλί περπατούσε αμίλητη δίπλα του και εκείνος γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της, ήξερε ότι φοβόταν όσο και ο ίδιος. Και ας μην το έδειχνε. Και ας περπατούσε με το αγέρωχο και αλαζονικό ύφος που είχε υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια. Ο Ιβάν ήταν απρόβλεπτος, επικίνδυνος και σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να τον εμπιστευθούν. Γι’ αυτό ακριβώς ο Μέλβιν την προειδοποίησε και προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί αυτήν τη συνάντηση. Εκείνη όμως δέχτηκε, επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό. Έπρεπε να μάθει, να καταλάβει, να τελειώσει επιτέλους με αυτήν την ιστορία που της είχε στερήσει τα όνειρα και τη ζωή της. Αυτή ήταν άλλωστε η αντίκρουσή της στα επιχειρήματα του Μέλβιν. «Κάποτε θα ερχόταν αυτή η στιγμή. Και έχει ήδη αργήσει. Απόψε θα τελειώσουν όλα. Με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα».

Και είναι αλήθεια ότι τέλειωσαν, αλλά το βαρύτερο αντίτιμο το πλήρωσε μόνο ο Μέλβιν.

Καθώς πλησίαζαν στη σπηλιά, διέκριναν τους άνδρες του Ιβάν που στέκονταν στην είσοδο.

«Στάσου», προειδοποίησε ξανά ο Μέλβιν την Ανταλί. «Ίσως είναι παγίδα. Είχε πει να συναντηθούμε μόνοι».

«Να έρθουμε μόνοι. Δεν είχε δεσμευθεί για τη δική του πλευρά. Αν φοβάσαι, μπορείς να φύγεις. Έστω και τώρα. Εγώ όμως δεν θα σταματήσω», αποκρίθηκε δίχως να στρέψει το βλέμμα της προς εκείνον ή να επιβραδύνει το βάδισμά της.

Καθώς ο Μέλβιν ανασυνέθετε στη μνήμη του τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, συνειδητοποίησε ότι η συμπεριφορά της έπρεπε να λειτουργήσει προειδοποιητικά για εκείνον. Η αγάπη και το έντονο ένστικτο προστασίας που ένιωθε για εκείνη δεν του επέτρεψαν όμως να διακρίνει την εικόνα ή να μαντέψει όσα θα ακολουθούσαν.

Οι άνδρες του Ιβάν είχαν φωτίσει το εσωτερικό της σπηλιάς με δάδες και εκείνος έστεκε όρθιος στο κέντρο της και τους περίμενε.

«Χαίρομαι που ήρθες», είπε στην Ανταλί. «Αποδεικνύεις ότι είσαι όντως θαρραλέα».

«Ήρθα από περιέργεια. Για να μάθω το «σπουδαίο» μυστικό που θέλεις να αποκαλύψεις», αποκρίθηκε η Ανταλί με εμφανή ειρωνεία στη φωνή της.

«Εδώ και χρόνια προσπαθείς να εκδικηθείς για τον θάνατο του αδελφού σου και είσαι σίγουρη, χωρίς να έχεις αποδείξεις, ότι ο ένοχος είμαι εγώ».

«Εσύ τον σκότωσες. Ο Ίων ήταν λογιστής στην εταιρεία σου. Όταν ανακάλυψε τις βρωμοδουλειές σου, τον εξαφάνισες για να μην σε προδώσει στην Αστυνομία».

Ο Ιβάν γέλασε έντονα στο άκουσμα αυτών των λόγων.

«Έτσι νομίζεις; Ότι ο αδελφός σου ήταν ένας αθώος υπάλληλος; Το αντίθετο. Ο Ίων ήταν το δεξί μου χέρι. Ο άνθρωπος που εκτελούσε τις εντολές μου, ήλεγχε και φρόντιζε να διεκπεραιώνει την περάτωση όλων των υποθέσεων που εσύ αποκαλείς βρωμοδουλειές».

«Ψέματα. Ο Ίων….».

«Έχω αποδείξεις για όσα λέω», τη διέκοψε ο Ιβάν και έκανε νόημα σ’ έναν από τους άνδρες του που πλησίασε την Ανταλί κρατώντας έναν φορητό υπολογιστή στον οποίο της έδειξε φωτογραφίες και κινηματογραφήσεις από διάφορες συναλλαγές όπου πρωταγωνιστούσε ο αδελφός της.

«Ο Ίων ήταν μεγάλη απώλεια και μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κανένας άξιος αντικαταστάτης του. Ο δολοφόνος του δεν είμαι εγώ, αλλά αυτός που βλέπεις στην οθόνη».

Ο άνδρας άνοιξε ένα άλλο αρχείο με τη φωτογραφία της Βίκυς.

«Η Βίκυ;» ρώτησε έκπληκτος ο Μέλβιν που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει.

«Ναι. Η Βίκυ που σας είχε παραμυθιάσει ότι ήταν μια ρομαντική ύπαρξη που ζούσε με τις αναμνήσεις της. Τότε δούλευε στο δίκτυο παραδόσεων και ο Ίων ανακάλυψε ότι έκλεβε».

«Τι είδους παραδόσεις;» διέκοψε ξανά ο Μέλβιν που δεν καταλάβαινε.

«Ναρκωτικά και ό,τι άλλο χρειαζόταν να παραδοθεί από άτομα υπεράνω υποψίας. Τέλος πάντων, ο Ίων, όπως είπα, ανακάλυψε ότι η Βίκυ έβαζε το χέρι της στην τσέπη μας και αποφάσισε να τελειώνει μαζί της. Δυστυχώς εκείνη άκουσε μια συζήτησή του  με τον άνθρωπο που θα αναλάμβανε την απομάκρυνσή της και πρόλαβε τις κινήσεις τους. Είχε καλύψει δε τόσο καλά τα ίχνη της, ρίχνοντας τις υποψίες σ’ εμένα που ακόμα και εγώ άργησα να την καταλάβω. Εκείνη σου έστειλε και το σημείωμα. Θυμάσαι, Ανταλί;»

«Ναι. Κάθε λέξη. Αν θέλεις να βρεις τον δολοφόνο του αδελφού σου, ψάξε το αφεντικό του».

«Και εσύ βασίστηκες σ’ ένα ανώνυμο σημείωμα και με κυνηγάς από τότε. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως ο αστυνόμος Σπιρταδέλης έχει επιβεβαιώσει με διάφορα στοιχεία ότι ο δολοφόνος της Τζούντι είναι ο Μέλβιν. Αύριο το πρωί θα τον συλλάβει και έπειτα θα αποκαλυφθούν όλα. Εγώ δεν προτίθεμαι να μείνω εδώ και να καταλήξω στη φυλακή. Σε πέντε ώρες πετάω μ’ ένα ιδιωτικό αεροπλάνο και θα πάω στη Λατινική Αμερική, όπου έχω στήσει εδώ και αρκετά χρόνια κάποιες επιχειρήσεις μου. Υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσα να κλείσω μαζί σας τις εκκρεμότητες με μια μικρή εκκαθάριση, αλλά θαυμάζω το θάρρος σας και προτιμώ να με ακολουθήσετε.

Σας προτείνω λοιπόν να έρθετε μαζί μου και εσύ, Ανταλί είσαι αρκετά έξυπνη και μπορείς να αναλάβεις τη θέση του αδελφού σου».

Η Ανταλί κοίταξε τον Μέλβιν. Οι αποκαλύψεις του Ιβάν ήταν έντονες και τόσο απροσδόκητες που η ζωή της γκρεμιζόταν ξανά για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια. Η ώρα κυλούσε και εκείνη έπρεπε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να αποφασίσει ανάμεσα στη φυγή στο άγνωστο και την παραμονή με πιθανή κατάληξη τη φυλακή. Ο Μέλβιν διέκρινε στο βλέμμα της την πάλη της ψυχής της και παρόλο που θα ήθελε να σταθεί πλάι του σε αυτήν τη μάχη που ξεκίνησε προς χάρη της, ευχόταν συνάμα να γλυτώσει από τον κίνδυνο. Θα μπορούσε να την προτρέψει σε μια λύση, αλλά προτίμησε να παραμείνει βουβός, μέχρι να ακούσει τη δική της απόφαση.

«Θέλω εικοσιτέσσερις ώρες», απάντησε τελικά η Ανταλί. «Να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες και να μαζέψω τα πράγματά μου».

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Είτε θα προλάβουν να συλλάβουν τον Μέλβιν, είτε θα πρέπει να τον κρύψουμε και τότε θα είναι δυσκολότερο να φύγουμε».

«Δεν θα έρθω μαζί σας», ανακοίνωσε ο Μέλβιν. «Έκανα ένα έγκλημα και πρέπει να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Και δεν χρειάζεται να ανησυχείτε ότι θα μιλήσω. Κανείς δεν θα μάθει, τουλάχιστον από εμένα τη δική σας εμπλοκή στην υπόθεση».

«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Ιβάν.

«Απολύτως».

«Τότε, δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε. Ανταλί, πάμε και θα σου εξηγήσω στη διαδρομή τις λεπτομέρειες».

Εκείνη, συναίνεσε βουβά και προτού ακολουθήσει τον Ιβάν και τους άνδρες του που είχαν αρχίσει ήδη να αφαιρούν τις δάδες και να σβήνουν κάθε ίχνος από την παρουσία τους στη σπηλιά, αγκάλιασε τον αγαπημένο της φίλο και του ψιθύρισε ευχαριστώ. Έπειτα προχώρησαν μαζί προς την έξοδο και ο Μέλβιν έμεινε μόνος κάτω από το φεγγαρόφωτο της νυσταγμένης Σελήνης, ενώ η Ανταλί έφευγε για να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τον άνθρωπο που μερικές ώρες νωρίτερα ορκιζόταν να καταστρέψει.

Συνταγή της Αμβροσίας: Το μυστικό της σπηλιάς

Υλικά:

2 φύλλα σφολιάτας

250 γρ. τυρί κρέμα

150 γρ. τυρί ροκφόρ

250 γρ. ζαμπόν

Μάραθος

Εκτέλεση:

Κόβουμε τα φύλλα σφολιάτας σε λωρίδες, σχηματίζοντας μικρά χωνάκια. Τα τυλίγουμε εσωτερικά με αλουμινόχαρτο και τα ψήνουμε. Αφαιρούμε το αλουμινόχαρτο και μόλις κρυώσουν, τα γεμίζουμε με τα τυριά, το ζαμπόν που το έχουμε ψιλοκόψει και τον μάραθο.