Γράφει ο Ερμής:

Είχε ήδη σκοτεινιάσει, όταν η Τζόαν μπήκε στο μπαρ.

«Άλλη μια νύχτα», συλλογίστηκε, καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της και έριχνε μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό που φωτιζόταν από τα αναμμένα λαμπιόνια του. «Άλλη μια νύχτα που θα πρέπει να χαμογελάω, να είμαι ευγενική, συγκαταβατική και να δοκιμάζω τα όριά μου στην ανοχή της ηλιθιότητας».

Άλλη μια νύχτα που προστίθετο στα τριάντα χρόνια που έκανε αυτή τη δουλειά. Μια δουλειά που ξεκίνησε με αρκετές φιλοδοξίες, της χάρισε λεφτά, επιτυχία και φήμη, την ανέβασε στην κορυφή, αλλά ταυτόχρονα την ανάγκασε σε αρκετούς συμβιβασμούς στον αγώνα της επικράτησης.  Ώσπου, μια ημέρα αποφάσισε ότι δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο πλέον για να σκύβει το κεφάλι και να ανέχεται τα καπρίτσια και τις ιδιοτροπίες εκείνων που δεν ήταν ικανοί να πετύχουν τίποτα μόνοι τους και δίχως υποστήριξη.

Έτσι, ένα πρωινό έπαψε να είναι ατζέντης μεγάλων καλλιτεχνών, άλλαξε το όνομά της και αποδέχτηκε την πρόταση να στήσει αυτό το μπαρ που είχε στοιχεία μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που ενώ η Τζόαν γνώρισε αρχικά μέσα από τα αναγνώσματά της, μαγεύτηκε τόσο, ώστε κατέληξε να την ερευνήσει διεξοδικά και να ανακαλύψει όλες τις πτυχές της, ακόμα και αυτές που ήταν κρυμμένες στο σκοτάδι. Μια εποχή που ήταν ένα διάλειμμα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τον όλεθρο και την αναγέννηση, την απελπισία και την ελπίδα. Μια εποχή που οι άνθρωποι καταλάβαιναν το νόημα της ύπαρξης, της ζωής και της ελευθερίας και ίσως ήταν τόση η λαχτάρα που τους οδηγούσε ακόμα και σε βήματα που τους ισορροπούσαν σε τεντωμένο σχοινί. Και αυτά ακριβώς ήταν τα χαρακτηριστικά που γοήτευαν τη Τζόαν.

Όταν λοιπόν ένας ιδιοκτήτης πολυεθνικής της εξήγησε την πρόθεσή του να ανοίξει ένα μπαρ που θα ήταν η μεγάλη έκπληξη της πόλης και της ζήτησε να αναλάβει την οργάνωση και τη διεύθυνσή του, εκείνη ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Είχε τη γνώση, τους κατάλληλους ανθρώπους για το κατασκευάσουν και να το διακοσμήσουν και κυρίως τα χρήματα, αφού το νέο της αφεντικό υποστήριξε την ιδέα της, θέτοντάς της μόνο δυο όρους. Να του δημιουργήσει έναν ξεχωριστό χώρο, όπου θα μπορούσε να δέχεται τους φίλους του και να φροντίσει να φέρει κέρδος. Δυο όρους δηλαδή που η Τζόαν δεν φοβήθηκε, κυρίως τον δεύτερο, αφού ήξερε καλά τον κόσμο της διασκέδασης και κυρίως της νύχτας. Δημιούργησε επομένως ένα ατμοσφαιρικό κλαμπ του Μεσοπολέμου, με έντονα στοιχεία βερολινέζικου καμπαρέ, όπου οι ήχοι της τζαζ, του σουίνγκ, αλλά και της ελληνικής οπερέτας, διακόπτονταν από τα νούμερα ενός κονφερασιέ. Κάθε άτομο του προσωπικού ήταν δική της επιλογή και απολύτου εμπιστοσύνης. Έξυπνοι, εχέμυθοι και ικανοί, φορούσαν κάθε βράδυ τη στολή τους, καρφίτσωναν στο πέτο το ταμπελάκι με το όνομα που τους είχε δώσει η Τζόαν και εξυπηρετούσαν τους θαμώνες που ανήκαν στα υψηλότερα οικονομικά στρώματα της πόλης, αφού η διασκέδαση στο συγκεκριμένο μπαρ κόστιζε και μάλιστα πολύ.

Η Τζόαν είχε δώσει σε όλους στο μπαρ ένα ψευδώνυμο. Στους σερβιτόρους, στους ανθρώπους που εξυπηρετούσαν την κουζίνα, το μπαρ, το παρκινγκ, τη φύλαξη, την καθαριότητα, στις χορεύτριες, στους μουσικούς, στην τραγουδίστρια, αλλά ακόμα και στον ιδιοκτήτη που ενώ δεν είχε ρωσική καταγωγή, εκείνη τον είχε βαφτίσει Ιβάν, ίσως γιατί ήταν ψηλός, γεροδεμένος, σοβαρός και είχε ένα κοφτερό βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια παρανόησης ή ανοχής σε λάθη. Και αυτό το ψευδώνυμο χάριζε σε όλους την ανωνυμία και κατ’ επέκταση την ελευθερία να είναι κάποιοι άλλοι. Να αποτινάσσουν από επάνω τους τον μανδύα της καθημερινότητας, των υποχρεώσεων και των περιορισμών, να ξεφεύγουν από μια ασήμαντη, αδιάφορη καθημερινότητα και να αγκαλιάζουν τις επιθυμίες και τους πόθους τους. Να μεταμορφώνονται σε κάποιους άλλους, κάποιους που απείχαν πολύ από το πρόσωπο που γνώριζαν οι φίλοι και οι οικείοι. Όπως η τραγουδίστρια Μάριον, ο κονφερασιέ Σαμουήλ, ο σαξοφωνίστας Μπάρι, η πιανίστα Βίκυ, ο κοντραμπασίστας Μέλβιν και ο τρομπετίστας Κένι που όταν χρειαζόταν εναλλασσόταν μαζί με τον Μέλβιν στα τύμπανα. Όλοι, άνθρωποι μέσης ηλικίας που βρέθηκαν στο μπαρ είτε για οικονομικούς λόγους επιβίωσης, είτε από δίψα για την ικανοποίηση ενός νεανικού ανεκπλήρωτου ονείρου.

Ενός πόθου δηλαδή που τους εμπόδισε καλώς ή κακώς να βιώσουν το πάθος του ονείρου. Και αυτή η διττή υπόσταση, ο συνδυασμός των δυο στοιχείων ενέπνευσε τη Τζόαν για την ονομασία του μπαρ «Πόθοι, όνειρα και Πάθη».

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και το μπαρ ήταν ακόμα γεμάτο από θαμώνες που έπιναν και συζητούσαν χαμηλόφωνα υπό τους ήχους της μουσικής. Με αρκετή δυσκολία, αλλά και με ομολογουμένως μεγαλύτερη ευκολία από άλλους συναδέλφους της, η Τζόαν είχε καταφέρει να δημιουργήσει έναν ατμοσφαιρικό χώρο, όπου, κατά έναν περίεργο τρόπο, η σιωπή δεν διαταρασσόταν παρά μονάχα από τη μελωδία. Έναν χώρο όπου βασίλευε η φιλοσοφία της νύχτας, η οποία σκέπαζε με τον μανδύα της προβλήματα, ένοχα μυστικά και λάθη. Σφάλματα που είτε έγιναν τυχαία και αθέλητα, είτε με πλήρη επίγνωση, αλλά εξαναγκαστικά και δίχως καμιά δυνατότητα διαφυγής ή απόκλισης από τον δρόμο που ορισμένοι ονόμαζαν επιλογή, άλλοι πεπρωμένο και η ίδια η Τζόαν απλώς αναπόφευκτη κατάσταση.

Γιατί και εκείνη είχε κάνει λανθασμένες επιλογές που την έβλαψαν και έκλεισαν πολλούς δρόμους γύρω της. Δρόμους που θα την οδηγούσαν μεν στην υλοποίηση των ονείρων της, αλλά ταυτόχρονα θα δυσχέραιναν τη ζωή άλλων και θα τους στερούσαν την ευτυχία. Και η Τζόαν, όσο κι αν φορούσε το σκληρό της προσωπείο και έδειχνε αδυσώπητη, στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να καταστρέψει κάποιον, έστω και εμμέσως. Αυτή βέβαια ήταν μια αλήθεια που τη γνώριζε μόνον η ίδια και κανείς άλλος. Ένα μυστικό που κρυβόταν στις σκιές και διακρινόταν μόνο από όσους μπορούσαν να καταλάβουν ότι η λάμψη στο βλέμμα της δεν προερχόταν από ικανοποίηση ή ευδαιμονία, αλλά από τα συσσωρευμένα δάκρυα που φυλούσαν κλειδωμένες τις αναμνήσεις που την πλήγωσαν και της χάρισαν μια πανοπλία φαινομενικής αδιαφορίας και ψυχρής ιδιοσυστασίας.

«Γεννήθηκες από τον Ήλιο, αλλά σ’ έθρεψε η Σελήνη», της είχε πει κάποτε κάποιος και η Τζόαν παρόλο που διέκρινε το επιτιμητικό του ύφος, ένιωσε κολακευμένη και κυριευμένη από μια περίσσια δύναμη που τη βοηθούσε να μεταφέρει το δεύτερο κρυφό βιβλίο της ζωής της. Ένα αντίστοιχο βιβλίο που κουβαλούσαν και οι υπόλοιποι σ’ αυτό το μπαρ και στο οποίο δεν ήταν απαραίτητα οι συγγραφείς και ίσως ούτε καν οι αφηγητές, αλλά ήταν οπωσδήποτε οι ήρωες. Ήρωες όμως που δεν είχαν την ελεύθερη βούληση των πράξεών τους, αλλά κινούνταν σαν πιόνια, σαν μαριονέτες στα χέρια άλλων ανθρώπων, συνθηκών ή καταστάσεων. Και η Τζόαν, που ήξερε από πρώτο χέρι πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, είχε φροντίσει να σκαλίσει το παρελθόν όλων και να βρει ό,τι υπήρχε θαμμένο, ώστε να ξέρει πού βαδίζει. Από τους βασικούς της συνεργάτες άλλωστε, μόνο ένας ήταν ο επικίνδυνος και αυτός δεν ήταν, όπως θα φανταζόταν κανείς ο Ιβάν.  

Αυτός δεν ήταν ασφαλώς μήτε άγιος, μήτε και ακίνδυνος, αλλά κυνηγούσε μόνο εκείνους που τρικλοπόδιαζαν τα σχέδιά του. Η θέση του στην πολυεθνική εξυπηρετούσε μια εικόνα βιτρίνας και η περιουσία του προερχόταν από δουλειές που εκτελούνταν στο παρασκήνιο και ήταν καθ’ όλα παράνομες και κατακριτέες. Ο ίδιος, σε αντιδιαστολή με την Τζόαν, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό στην εξόντωση των αντιπάλων του, αλλά φρόντιζε τα τσιράκια του, που κανόνιζαν για τις «εκκαθαρίσεις», να δρουν μόνο ενάντια σ’ εκείνους που παρεμπόδιζαν την επίτευξη των στόχων του και κυρίως να μην αφήνουν ίχνη που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν όπλα εναντίον του από τη δαιμόνια Ανταλί, τη γυναίκα που ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του και είχε ορίσει ως υπέρτατο σκοπό της ζωής της να τον καταστρέψει………

Ο Σαμουήλ άναψε τα φώτα και έκλεισε πίσω του την πόρτα, καθώς έμπαινε στο διαμέρισμά του. Η σκυλίτσα του, η Λούσι, έτρεξε κοντά του και κούνησε χαρωπά την ουρά της, σημάδι πως περίμενε το καθιερωμένο χάδι. Ένα χάδι που ο Σαμουήλ της χάριζε με μεγάλη προθυμία, αλλά και χαρά, αφού ήξερε πως αυτό το πλάσμα ήταν το μοναδικό που τον αγαπούσε και το μοναδικό που του είχε απομείνει, αφού η οικογένειά του τον είχε αποκηρύξει πριν πολλά χρόνια, όταν αποφοίτησε σε ηλικία δεκαεπτά ετών από το σχολείο και τους ανακοίνωσε την πρόθεση ή μάλλον επιθυμία του να μην ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση της στρατιωτικής καριέρας, όπως ο αδελφός του και να γίνει συγγραφέας.

«Δηλαδή, έχεις σκοπό να σε συντηρώ εφ’ όρου ζωής;» τον ρώτησε ειρωνικά και με έντονη δυσφορία ο στρατηγός πατέρας του και αυτή ήταν η αφορμή για να ξεσπάσει ένας μεγάλος καβγάς που οδήγησε στη φυγή του από την πατρική εστία.

Από τότε είχαν περάσει τριάντα χρόνια και ο Σαμουήλ έδωσε πολλές μάχες που αφορούσαν αναγκαστικά κυρίως την επιβίωση και όχι την πραγματοποίηση του ονείρου του. Όταν έφυγε από το σπίτι του, βρήκε αρχικά καταφύγιο στο σπίτι μιας θείας του, εξαδέλφης της μάνας του που τον έκρυψε κυριολεκτικά, αρνούμενη να ομολογήσει κάθε επικοινωνία μαζί του, προσπαθώντας να αποφύγει οποιαδήποτε διένεξη με την οικογένειά του. Χάρη λοιπόν στην υποστήριξη της θείας του, ο Σαμουήλ κατάφερε να βρει αρχικά δουλειά ως κλητήρας σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, να μαζέψει κάποια χρήματα, να νοικιάσει μια γκαρσονιέρα σε μακρινή γειτονιά από εκείνη που είχε μεγαλώσει και να προσπαθήσει σιγά – σιγά να δημιουργήσει τη ζωή του στηριζόμενος πλέον αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις. Η προσπάθεια του βέβαια δεν ήταν εύκολη και στο πέρασμα του χρόνου, ο Σαμουήλ αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες που απαίτησαν από εκείνον μεγάλα αποθέματα θάρρους και πίστης. Με τους οικείους του δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά και τυχαία έμαθε τόσο για τον γάμο του αδελφού του και τη γέννηση των ανιψιών του, όσο και για τον θάνατο του πατέρα του.

Όσον αφορά δε το όνειρό του να γίνει ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας, αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού όσα κείμενα έστειλε κατά καιρούς σε εκδοτικούς οίκους απορρίφθηκαν αστραπιαία, αβίαστα και δίχως ενδοιασμούς για τον κατακερματισμό των προσδοκιών του. Κατά τη διάρκεια επομένως των τριάντα αυτών ετών το μοναδικό του επίτευγμα ήταν ότι κατάφερε να τελειώσει μια σχολή γραφιστικής και να βρει δουλειά σε μια κατασκευαστική εταιρεία που του παρείχε μεν καλύτερες συνθήκες και παροχές από εκείνη του κλητήρα, αλλά μήτε έσβηνε, μήτε ικανοποιούσε το πάθος του για την εκφραστική δημιουργία.

Ένα πάθος που εξυπηρετούσε ευλαβικά κάθε βράδυ, ξενυχτώντας και γράφοντας έχοντας συντροφιά τη Λούσι, μια σκυλίτσα ράτσας Κόκερ Σπάνιελ που βρέθηκε κοντά του πριν τρία χρόνια ως δώρο από έναν φίλο του και έγινε για εκείνον το μοναδικό πλάσμα που τον αγαπούσε απρόσκοπτα και δίχως ιδιοτελείς σκέψεις. Σε αντίθεση δηλαδή με τις κατά καιρούς ερωτικές του συντρόφους που απαιτούσαν να γίνουν προτεραιότητά του, ενώ ήξεραν ότι αυτός ήταν δοσμένος ψυχή τε και σώματι στο όνειρό του και δεν ποθούσε τίποτα άλλο από το να γράφει και να μοιράζεται τα κείμενά του με τους δυνητικούς αναγνώστες του. Για τρεις ολόκληρες δεκαετίες εξάλλου αυτή ήταν η μοναδική του ευχή και η Τζόαν, φίλη μιας παλαιάς ερωμένης του, ήταν εκείνη που του την προσέφερε, προτείνοντας του να αναλάβει τον ρόλο του κονφερασιέ στο μπαρ που θα δημιουργούσε.

«Χαμογελάς και χαίρεσαι γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι τίποτα περισσότερο από το λανθασμένο παρελθόν και το αβέβαιο μοιραίο μέλλον». Αυτή η φράση που είχε διαβάσει κάποτε, την είχε στοιχειώσει. Τότε δεν ήξερε τον λόγο ή τουλάχιστον δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Δεν είχε κάνει κανένα σημαντικό λάθος που να είναι μοιραίο ή επιζήμιο για τον περίγυρό της, ούτε ένιωθε πως είχε αμαρτίες. Ήταν εντελώς άκακη, θρησκευόμενη, ευγενική και προσπαθούσε πάντοτε να δικαιολογήσει τις πράξεις των άλλων, αναζητώντας την καλή πλευρά του χαρακτήρα τους. Δεν είχε ποτέ υπερβολικές απαιτήσεις από τη ζωή, της αρκούσαν τα ελάχιστα, χαιρόταν με τις μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που για τους περισσότερους περνούσαν απαρατήρητες. Ένα φλιτζάνι τσάι, ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, ένας περίπατος ή μια επίσκεψη σε κάποιο μουσείο ήταν οι δικές της απολαύσεις. Απολαύσεις που ωραιοποιούσαν την καθημερινότητά της, την έκαναν να χαμογελά απέναντι στις αντιξοότητες και κυρίως της χάριζαν τη δύναμη να κωφεύει στα κακεντρεχή σχόλια εκείνων που αδυνατούσαν να αντιληφθούν την ευτυχία που της χάριζε η επιλογή της μοναχικότητάς της και ο σιωπηλός κόσμος της εσωστρέφειάς της που πήγαζε από την ανάγκη της να κρατήσει για τον εαυτό της τους συλλογισμούς της, αρνούμενη τον εκχυδαϊσμό τους μέσω της αποκάλυψής τους.

Αν την ρωτούσε κάποιος πριν από μια δεκαετία για τη θέση της στον κόσμο, θα του απαντούσε ότι ήταν ένα πιόνι στη σκακιέρα της ανθρωπότητας. Ένα αδύναμο κομμάτι που εύκολα ο παίκτης θα θυσίαζε για να κερδίσει την παρτίδα και η άποψή της βασιζόταν στην πεποίθησή της ότι αν αντιμετώπιζε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, αν αναγκαζόταν να βαδίσει μόνη της στον δρόμο της ζωής δίχως την προστατευτική σκιά της οικογένειάς της, θα λύγιζε και δεν θα κατάφερνε να φθάσει στο τέλος.

Συχνά όμως ένα μυρμήγκι μπορεί να μεταμορφωθεί σ’ ένα άγριο πλάσμα. Ένα θηρίο που δεν θα διστάσει να κατασπαράξει εκείνον που το έβλαψε. Και η Ανταλί, η πρωταγωνίστρια αυτής της αφήγησης, εκείνη που αναζητούσε πάντοτε καταφύγιο στη Θεία Χάρη, κάποτε μάτωσε και πληγώθηκε. Βίωσε τον πόνο, καλύφθηκε από τον τρομακτικό μανδύα του φόβου, έκλαψε μέχρι που στέρεψαν τα δάκρυα και ένιωσε την καρδιά της να πετρώνει, χάνοντας κάθε ρανίδα ελπίδας ή ευτυχίας. Και τότε, αντί να υποκύψει ή να παραδοθεί, όπως πίστευε κάποτε, άλλαξε. Μεταμορφώθηκε και εξαφάνισε κάθε στοιχείο του παλιού της χαρακτήρα. Η ευγενική, φιλόστοργη, υπάκουη, καλόψυχη Ανταλί αντικαταστάθηκε από μια σκληρή, δυναμική, εκδικητική, πανούργα γυναίκα που εκμεταλλεύτηκε την οξύνοιά της για να εκδικηθεί και να καταστρέψει εκείνους που της στέρησαν ό,τι και όσους αγαπούσε. Η αθωότητα ενδύθηκε το κοστούμι του μίσους και η δικαιοσύνη δίψασε για την απονομή της, έστω και αν στην πραγματικότητα η εικόνα που είχε μέχρι τότε η Ανταλί ήταν απλώς μια οφθαλμαπάτη…..

«10, 9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1….Καλή Χρονιά!! Ευτυχισμένο το νέο έτος!!!».

Ο Σαμουήλ με τη στεντόρεια φωνή του και μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο ανακοίνωσε στους θαμώνες την έλευση του νέου έτους, ενώ δυο σερβιτόροι δίπλα του άνοιγαν σαμπάνιες και η Μάριον τραγουδούσε «Ας ξεκινήσουμε σωστά τη Νέα Χρονιά»[1].

Όλοι γύρω της γελούσαν και χόρευαν, αλλά η Τζόαν, με την έμπειρη παρατηρητική ματιά της, μπορούσε να διακρίνει ποιοι ήταν εκείνοι που προσδοκούσαν όντως στα δώρα της νέας χρονιάς και ποιοι την αντιμετώπιζαν απλώς σαν μια συνηθισμένη ημερολογιακή αλλαγή που δεν θα μπορούσε να τους χαρίσει τίποτα περισσότερο, αφού είχαν ήδη κατακτήσει όλα όσα ποθούσαν. Η ίδια απεχθανόταν την καταναλωτική μανία των εορτών και την επίπλαστη, υποκριτική, κατά την άποψή της, συμπεριφορά όπου όλοι αντάλλασσαν ευχές ακόμα και μ’ εκείνους που ήταν έτοιμοι να τους καρφώσουν πισώπλατα, μόλις τους δινόταν η ευκαιρία. Νιώθοντας ότι το βαθύτερο μήνυμα της συγκεκριμένης περιόδου είχε χαθεί, αν είχε αποσυρθεί επαγγελματικά, θα προτιμούσε να απέχει από αυτήν τη φούσκα που ήταν θέμα χρόνου για να εκραγεί και να βρισκόταν στον καναπέ του σπιτιού της, παρακολουθώντας παλιές κλασικές ταινίες και τρώγοντας ποπ κορν.

Αντ’ αυτού όμως βρισκόταν στο μπαρ και επέβλεπε τη βραδιά που η ίδια είχε σχεδιάσει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Μια λαμπερή βραδιά που είχε βασιστεί αποκλειστικά στα χαρακτηριστικά που η Τζόαν απέρριπτε πλέον στην προσωπική της ζωή, δηλαδή την υπερκατανάλωση και τη σπατάλη. Διότι, αν και η ίδια είχε περιορίσει τα έξοδά της στα απολύτως απαραίτητα, ως εργαζόμενη, λάτρευε να βλέπει την αύξηση στα έσοδα του μαγαζιού και κυρίως την αύξηση στο ποσό του τραπεζικού της λογαριασμού, που – χάρη και στην πρότερη επαγγελματική της δραστηριότητα – ήταν πλέον εξαψήφιο. Και αυτή η τελευταία εικόνα ήταν το κίνητρό της για να φορά το βραδινό της φόρεμα και τις δεκάποντες γόβες της, αντί για τις πιζάμες και τις παντόφλες της, να πηγαίνει διακριτικά από τραπέζι σε τραπέζι, να τους ρωτά όλους αν ήταν ευχαριστημένοι ή αν ήθελαν κάτι άλλο και συνάμα να παρακολουθεί με την άκρη του ματιού της κάθε κίνηση που συνέβαινε γύρω της. Τυχαία ή ηθελημένη, σημαντική ή ασήμαντη, αναμενόμενη ή αιφνίδια.

Διόλου δεν την ξάφνιασε επί παραδείγματι το φλερτ του Σαμουήλ με τη νέα χορεύτρια ή το ικετευτικό βλέμμα αγάπης της Μάριον προς τον Ιβάν που περίμενε ότι – ύστερα από πέντε χρόνια σχέσης – θα της έκανε επιτέλους την πολυπόθητη πρόταση γάμου. Και οι δυο ήταν ανοιχτά βιβλία για την Τζόαν και δεν χρειαζόταν να γυρίσει τη σελίδα για να διαβάσει παρακάτω, αφού ήξερε καλά ποια θα ήταν η εξέλιξή τους. Προβλέψιμοι, όπως η ρομαντική Βίκυ που αρνιόταν πεισματικά να ανοίξει την καρδιά της και παρέμενε πιστή στην ανάμνηση του πρώτου και μοναδικού αγαπημένου της που ήταν ναυτικός και χάθηκε πριν από τριάντα χρόνια σε κάποιο ναυάγιο. Ή ο σαξοφωνίστας Μπάρι και ο τρομπετίστας Κένι, οι μοναδικοί που δεν έκρυβαν σκελετούς στη ντουλάπα τους και συμμετείχαν στην ορχήστρα, ξεκάθαρα για οικονομικούς λόγους, προσπαθώντας να αυξήσουν το εισόδημά τους και να προσφέρουν μια καλύτερη καθημερινότητα στις συζύγους και τα παιδιά τους. Ακριβώς δηλαδή το αντίθετο με τον κοντραμπασίστα Μέλβιν που ενώ είχε δημιουργήσει γύρω από το πρόσωπό του τον μύθο του καλού παιδιού, η Τζόαν ήξερε καλά πως δεν ήταν αυτός που έδειχνε και πως δεν συμμετείχε στην ορχήστρα από αγάπη για τη μουσική ή για οικονομικούς λόγους. Η παρουσία του εξυπηρετούσε το σχέδιο εκδίκησης του ατόμου που ο ίδιος λάτρευε περισσότερο και από τη ζωή του και για το οποίο ήταν πρόθυμος να φθάσει μέχρι τέλους, όποιο κι αν ήταν αυτό.

Ένα τέλος που η αρχή του θα συνέβαινε αυτήν τη νύχτα, στην αρχή της νέας χρονιάς. Μιας χρονιάς που θα έκλεινε τον κύκλο που είχε ανοίξει πριν από χρόνια και που θα ήταν μια χρονιά αποκαλύψεων, πόνου και δακρύων που θα εξάγνιζαν και θα λύτρωναν πιθανότατα τους αθώους, αλλά ίσως δεν θα τιμωρούσαν τους αληθινούς ενόχους. Μιας χρονιάς που αν η Τζόαν ήξερε πραγματικά τι τους επεφύλασσε, δεν θα είχε τολμήσει ποτέ να συμπεριλάβει τον Μέλβιν στην ομάδα της.

Πόσο αφελής μπορεί να είναι άραγε κάποιος; Είναι πιθανόν σε μια εποχή όπου οι κίνδυνοι σήψης και η εκμετάλλευσης επικοινωνούνται με αναρίθμητους τρόπους, κάποιος να πέσει στην παγίδα; Και όμως. Παράδοξο ή όχι, η Τζόαν είχε αποδεχθεί το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που – για ανεξήγητους για εκείνη λόγους – παρασύρονται και καταστρέφονται, δίχως να καταλάβουν καν τι συνέβη. Ανάμεσα σ’ αυτούς και η Τζούντι. Ένα κορίτσι που η Τζόαν είχε γνωρίσει σ’ ένα συνοικιακό εστιατόριο, όπου συνήθιζε να γευματίζει τις ημέρες που βαριόταν να μαγειρέψει. Εικοσιπέντε ετών, μ’ ένα συμπαθητικό πρόσωπο και καλλίγραμμο σώμα, η Τζούντι εργαζόταν στο εστιατόριο ως σερβιτόρα, μέχρι να βρει την ευκαιρία που χρειαζόταν για να πραγματοποιήσει το μεγάλο της όνειρο.

«Εγώ θα γίνω χορεύτρια. Προσωρινά είμαι εδώ. Μέχρι να βρω την ευκαιρία που ψάχνω», έλεγε στην Τζόαν. «Μια ευκαιρία για να ξεκινήσω και μετά θα βρω την άκρη».

Ο καιρός όμως περνούσε και καθώς η Τζούντι εξακολουθούσε να είναι μια απλή σερβιτόρα, η προσωρινή εργασία μετατρεπόταν πλέον με βεβαιότητα σε μόνιμη. Εκείνη βέβαια δεν αντιλαμβανόταν την κατάσταση και ούτε μπορούσε να εκτιμήσει μακροπρόθεσμα την πορεία της. Ονειρευόταν μόνο αυτό που φαινόταν ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. Και αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της, η πίστη της στην πραγματοποίηση του αδύνατου, έπεισε την Τζόαν να της προσφέρει μια θέση χορεύτριας, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του μπαρ, γνωρίζοντας ότι η νεαρά Τζούντι δεν είχε ούτε το απαιτούμενο ταλέντο, ούτε τη χορευτική δεινότητα που θα της επέτρεπε να ξεχωρίσει.

Έτσι, η Τζούντι εντάχθηκε στην ομάδα της Τζόαν και η τελευταία, καθώς την παρατηρούσε, κατέληξε όχι μόνο να τη λυπάται, αλλά σε κάποιο βαθμό να την περιφρονεί, αφού ήταν ένα κορίτσι που παρασυρόταν εύκολα από οποιανδήποτε της έλεγε έναν καλό λόγο, της υποσχόταν να τη βοηθήσει με την καριέρα της ή της έστελνε απλώς ένα μπουκέτο λουλούδια. Ευήθης και ανόητη παραδινόταν επομένως άνευ όρων και δίχως να λαμβάνει κανένα μέτρο προστασίας για τον εαυτό της, ούσα έρμαιο της πρόθεσης του εκάστοτε εραστή της, υιοθετώντας την στάση της Μπλανς και «στηριζόμενη πάντοτε στην καλοσύνη των ξένων». Η Τζόαν ήταν λοιπόν βεβαία ότι κάποια στιγμή η Τζούντι θα είχε μια τραγική κατάληξη και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν εξεπλάγη, όταν την είδε μέσα σε μια λίμνη αίματος στο καμαρίνι της.

Από εκείνη τη στιγμή είχε περάσει ήδη ένας μήνας, αλλά η Τζόαν θυμόταν κάθε λεπτομέρεια και κάθε αντίδραση των ανθρώπων που βρίσκονταν κοντά της. Είχε ήδη ξημερώσει η πρώτη ημέρα του νέου έτους, το μπαρ είχε αδειάσει από τους πελάτες, το προσωπικό είχε καθαρίσει τον χώρο και η Τζόαν τους συγκέντρωσε γύρω της για να κόψουν – όπως συνήθιζαν – τη βασιλόπιτα. Και ήταν όλοι εκεί, μουσικοί, χορευτές, σερβιτόροι, φύλακες, καθαρίστριες, ακόμη και ο Ιβάν. Μόνο ένα άτομο έλειπε, η Τζούντι και καθώς κανείς δεν την είχε δει να φεύγει, μια συνάδελφός της έσπευσε να την αναζητήσει στο καμαρίνι της. Και τότε, ενώ περίμεναν λέγοντας αστεία και ευχές για τη νέα χρονιά, η κραυγή της κοπέλας που είχε αναλάβει να βρει την Τζούντι, τους έκανε όλους να τρέξουν στα καμαρίνια.

Πρώτος έφθασε ο Μέλβιν και πίσω του η Τζόαν που κατάφερε ευτυχώς να συγκρατηθεί και να μην λιποθυμήσει στη θέα του μαχαιρωμένου κορμιού και κυρίως στην οσμή από το έντονο άρωμα με νότες εσπεριδοειδών που φορούσε η Τζούντι και είχε κατακλύσει το καμαρίνι από το σπασμένο μπουκάλι δίπλα της. Ενώ οι υπόλοιποι κοιτούσαν, δίχως να αντιδρούν, ο Μέλβιν πλησίασε τη σωρό της Τζούντι και έλεγξε τον σφυγμό της, επιβεβαιώνοντας απλώς αυτό που μαρτυρούσε η εικόνα, δηλαδή ότι η νεαρά κοπέλα ήταν νεκρή.  

Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον. Να εκμυστηρευτεί τις μύχιες σκέψεις του, να του εξηγήσει πώς έφθασε στο σημείο να προβαίνει σε πράξεις που ακόμα και ο ίδιος αποδοκίμαζε, να κλάψει, να φωνάξει, να ξεριζώσει από την ψυχή του τον δαίμονα που τον βασάνιζε και να ζητήσει βοήθεια. Βοήθεια για να ξεφύγει από μια κατάσταση στην οποία έμπλεξε οικειοθελώς, καθοδηγούμενος από το πάθος του και αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει το βάρος των συνεπειών. Τότε, όταν συναίνεσε, όταν της είπε «βασίσου επάνω μου και εγώ θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις», δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί, ούτε να προβλέψει ποια θα ήταν τα δικά του συναισθήματα. Του αρκούσε η ευγνωμοσύνη που διέκρινε στο βλέμμα της, όπως και ένα αμυδρό χαμόγελο που εμφανίστηκε έπειτα από πολύ καιρό.

Καθώς περπατούσε μόνος κατά μήκος της παραλίας, προσπαθώντας να αποφορτιστεί από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας, ανασύνθεσε στη μνήμη του τη σκηνή που βρέθηκε η Τζούντι. Το ουρλιαχτό της κοπέλας που ανακάλυψε την Τζούντι, δεν τον τρόμαξε, όπως τους υπολοίπους. Το περίμενε σαν εναρκτήριο λάκτισμα για να τρέξει και να προλάβει να φθάσει πρώτος στο καμαρίνι, να αγγίξει το σώμα της και να τον δουν όλοι, προκειμένου να δικαιολογήσει τυχόν ευρήματα αποτυπωμάτων του από την προηγούμενη επαφή τους. Η δολοφονία της ήταν υπερβολικά εύκολη και όλα διαδραματίστηκαν ακριβώς σύμφωνα με τις οδηγίες που του είχε δώσει εκείνη που λάτρευε και για την οποία δεν δίστασε να βάψει τα χέρια του με αίμα.

Η Τζούντι ήταν σχεδόν ένα πρόθυμο θύμα, μια γυναίκα που ζούσε στο ροζ συννεφάκι της, μια ανώριμη κοπέλα που ανήκε στο είδος εκείνων που ο Μέλβιν περιφρονούσε. Δεν χρειάστηκε άλλωστε μεγάλη προσπάθεια από την πλευρά του για να την παρασύρει. Ένα χάδι, ένα φιλί και η Τζούντι ήταν πλέον δική του, έρμαιο της βούλησής του και πειθήνιο ανίδεο όργανο του σχεδίου. Ένα φιλί του ως φτωχό αντάλλαγμα για τη ζωή της, μια αγκαλιά για μια θανάσιμη λαβωματιά και ένα τρομαγμένο προδομένο βλέμμα της που ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεχάσει.

Η υγρασία και μια ξαφνική ριπή του αγέρα τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Κρύωνε, αλλά καθώς δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του, θεωρώντας ότι ο περιορισμός του σε τέσσερις τοίχους θα επιβάρυνε το φορτίο της ενοχής του, προτίμησε να επιταχύνει τον βηματισμό του και να αναζητήσει καταφύγιο σε ένα κοντινό καφενεδάκι με άρωμα άλλης εποχής, το μοναδικό που ήταν ανοιχτό στην περιοχή εκείνη την ώρα. Ελάχιστοι θαμώνες μια παρέα ηλικιωμένων ανδρών που έπιναν τον καφέ τους και έπαιζαν τάβλι. Εκείνος επέλεξε ένα τραπεζάκι στην άκρη του μαγαζιού, κοντά στο παράθυρο, παρήγγειλε ένα τσάι και έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία. Τη μοναδική φωτογραφία που απεικονίζονταν και οι τρεις τους και την οποία κατάφερε να περισώσει, όταν εκείνη του ζήτησε να καταστρέψει κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τους συνδέσει ή να αποκαλύψει το κοινό τους παρελθόν. Αν ήταν δική του επιλογή, θα είχε κρατήσει τις αναμνήσεις, αλλά εκείνη πήγε στο σπίτι του και απαίτησε να τα κάψει όλα μπροστά της.

«Δεν πρέπει να κρατήσεις τίποτα Μέλβιν», του είπε και εκείνος υπάκουσε δίχως αντιρρήσεις. Μόνο αυτή η μικρή φωτογραφία που απεικόνιζε τους τρεις τους, εκείνη, τον αδελφό της και τον Μέλβιν από την εποχή της εφηβείας τους σώθηκε, όντας ξεχασμένη σε ένα συρτάρι κάτω από κάλτσες και μαντήλια και όταν την ανακάλυψε τυχαία ο Μέλβιν δεν μπόρεσε να την κάψει, Τη φύλαξε και κάθε φορά που ήθελε να αντλήσει θάρρος και να υπερνικήσει τις αναστολές και τους φόβους του για το σχέδιό τους, την κοιτούσε και θύμιζε στον εαυτό του από τη μια πλευρά τους λόγους της εκδίκησής τους και από την άλλη πόσο άλλαξε εκείνη μετά τον θάνατο του αδελφού και των γονιών της. Η ευγενική, φιλόστοργη, υπάκουη, καλόψυχη Ανταλί μεταμορφώθηκε σε μια σκληρή, δυναμική, εκδικητική, πανούργα γυναίκα που έβαλε σκοπό να καταστρέψει εκείνους που της στέρησαν ό,τι και όσους αγαπούσε. Η αθωότητα που είχε αποτυπωθεί κάποτε σ’ αυτό το κομμάτι χαρτί που κρατούσε ο Μέλβιν στα χέρια του αντικαταστάθηκε από ένα δολοφονικό ένστικτο που δεν δίσταζε μπροστά σε κανένα εμπόδιο που θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχία του στόχου της.

Και ο Μέλβιν, ο καλοσυνάτος και πράος Μέλβιν που είχε ερωτευθεί παράφορα τη γλυκιά Ανταλί, έστω και αν δεν της το είχε ομολογήσει ποτέ, λάτρευε πλέον τη γυναίκα που με την εμμονή της για απονομή δικαιοσύνης είχε μεταμορφώσει και τον ίδιο σ’ έναν άνδρα που δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να γίνει. Σ’ έναν άνδρα που η μορφή του τον τρόμαζε, αλλά συνάμα τον έκανε να αισθάνεται υπερήφανος για την τόλμη που έδειχνε για πρώτη φορά στη ζωή του.

Από την πρώτη στιγμή, ο αστυνόμος Σωτήρης Σπιρταδέλης ένιωσε ότι υπήρχε κάποιο λάθος. Λες και κοιτούσε έναν πίνακα ζωγραφικής ανάποδα ή βρισκόταν σ’ ένα δωμάτιο όπου τα έπιπλα είχαν τοποθετηθεί σε αντίθετα σημεία. Η εμπειρία της τριαντάχρονης προϋπηρεσίας του στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας, αλλά και το ένστικτό του που δεν τον είχε προδώσει ποτέ, χτυπούσαν ηχηρά το καμπανάκι συναγερμού και έτσι εκείνος ένιωθε ή μάλλον ήξερε ότι τα στοιχεία που είχαν βρει μέχρι τότε είχαν μια διαφορετική ερμηνεία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συλλέξει, η δολοφονηθείσα ήταν εξαιρετικά αφελής και ευκολόπιστη. Όλοι δε στο περιβάλλον της τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν ήταν καθόλου δύσκολο να ξεγελαστεί ή να παρασυρθεί και να μπλέξει σε περίεργες καταστάσεις. Και ακριβώς αυτές οι μαρτυρίες αντέκρουαν την αληθοφάνεια του γράμματος που είχε βρεθεί στο καμαρίνι της. Ένα γράμμα σφραγισμένο με βουλοκέρι και με την ένδειξη να παραδοθεί στην Αστυνομία μετά τον θάνατό της.

Σ’ ένα σύντομο και λιτό κείμενο, η νεαρή κοπέλα κατεδείκνυε ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας της, τον ιδιοκτήτη του μπαρ, τον Ιβάν. «Έγινα άθελά μου μάρτυρας παράνομων δοσοληψιών», έγραφε η Τζούντι. «Προσπάθησα να απομακρυνθώ, χωρίς να γίνω αντιληπτή, αλλά δυστυχώς είμαι σίγουρη ότι ο Ιβάν με είδε. Και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι ότι θα με κυνηγήσει και ίσως ακόμα… Ίσως και να με σκοτώσει….». Στη συνέχεια της επιστολής κατέγραφε αναλυτικά την ημερομηνία και την ώρα του περιστατικού, τα πρόσωπα και τη συνομιλία που αφορούσε τη διακίνηση παράνομων ουσιών. Το κείμενο που ήταν γραμμένο σε γραφομηχανή, ήταν στοιχειοθετημένο και δίχως κενά. Γεγονός που ενίσχυε την αντίφασή του με τον χαρακτήρα της επιπόλαιης και ανοργάνωτης Τζούντι. Επιπρόσθετα, πουθενά στο σπίτι ή στο καμαρίνι της δεν είχε βρεθεί γραφομηχανή. Υπήρχε λοιπόν κάποιο τρίτο άτομο που τη βοήθησε ή μήπως ο δολοφόνος της προσπάθησε να ενοχοποιήσει τον Ιβάν για να γλυτώσει ο ίδιος;

Ο αστυνόμος πίστευε την πιθανότητα της δεύτερης εκδοχής, αλλά είχε ακόμα αναπάντητα ερωτηματικά, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει τη σύνδεση των τεκταινομένων και κυρίως ποιο ήταν το αληθινό θύμα της υπόθεσης. Διότι, το προαίσθημά του, τού φώναζε ότι η Τζούντι ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια και ο στόχος του δολοφόνου ήταν η αργή, βασανιστική, ντροπιαστική και μαρτυρική καταστροφή του Ιβάν. Ποιος ήταν όμως αυτός που μισούσε τον Ιβάν και ποια ήταν τα κίνητρά του; Μετατοπίζοντας τα κομμάτια του παζλ και σχηματοποιώντας την εικόνα από την αρχή, ο αστυνόμος καταλάβαινε ότι αυτή η ιστορία κουβαλούσε ένα φορτίο συσσωρευμένης οργής και γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να ψάξει την αρχή του νήματος που πιθανότατα θα τον οδηγούσε στο παρελθόν.

Η αναζήτηση δεν θα ήταν εύκολη και καθώς ο ίδιος ο δολοφόνος ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να του δώσει τις απαντήσεις, ο αστυνόμος αποφάσισε να συμμετάσχει μ’ έναν διαφορετικό τρόπο στο παιχνίδι και να μην συλλάβει ως ύποπτο τον Ιβάν. Έτσι, ο δολοφόνος θα αναστατωνόταν και προσπαθώντας να βρει τους λόγους για τους οποίους δεν λειτούργησε η παγίδα του, θα έκανε το μοιραίο λάθος που θα αποτραβούσε το πέπλο της αλήθειας. Ούτως ή άλλως τα βασικά όπλα στη φαρέτρα του αστυνόμου τη δεδομένη στιγμή ήταν η απώλεια της ψυχραιμίας του πραγματικού ενόχου και η βιασύνη του για την επίτευξη του στόχου.

Η θερμοκρασία εκείνης της νύχτας ήταν υψηλή για την εποχή. Κι όμως ο Μέλβιν ένιωθε ένα έντονο ρίγος και δεν μπορούσε να συγκρατήσει το σώμα του που έτρεμε από το κρύο. Κουλουριασμένος σε μια γωνιά του κρεβατιού και τυλιγμένος με μια φθαρμένη κουβέρτα που είχε προσφέρει τη ζεστασιά της σε τόσους άλλους πριν από εκείνον, άκουγε το ροχαλητό του συγκρατουμένου του και προσπαθούσε μάταια να γλιτώσει από τις Ερινύες που τον καταδίωκαν για τις άνομες πράξεις του.

Όσο όμως κι αν αναζητούσε ελαφρυντικά για το έγκλημά του, ακόμα και στα δικά του μάτια η ενοχή του κράδαινε το λάβαρό της, αφού – ανεξάρτητα από τα κίνητρά του και την αγάπη του για την Ανταλί – σκότωσε έναν άνθρωπο και συνωμότησε στο σχέδιο καταστροφής ενός άλλου ανθρώπου, ο οποίος – όπως αποδείχθηκε κατά την αστυνομική έρευνα – μπορεί να ήταν ένοχος για άλλα αδικήματα, αλλά δεν είχε απολύτως καμιά συμμετοχή στον θάνατο του αδελφού της Ανταλί. Τόσο η τελευταία, όσο και ο Μέλβιν είχαν παρασυρθεί από τις ενδείξεις και τον είχαν κατηγορήσει άδικα. Ίσως επειδή βιάστηκαν, ίσως επειδή είχαν ανάγκη να κατονομάσουν τον υπαίτιο, ίσως, εντέλει, επειδή δεν είχαν την ικανότητα ή τα μέσα να φθάσουν στον βασικό πυρήνα της υπόθεσης, κατέληξαν να δουν μόνο ένα μέρος της εικόνας και ποτέ την ολότητά της. Η θλίψη και ο πόνος τους για τον χαμό του αγαπημένου αδελφού και φίλου, μετατράπηκαν σε μια οργή που επιζητούσε ικανοποίηση με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, ενώ η εκδίκηση έγινε μονόδρομος που συμπαρέσυρε στην καταστροφή και αθώους.

Έπειτα από τις αποκαλύψεις, το μπαρ έκλεισε και οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα σε μια στιγμή τη δουλειά τους. Ο Μέλβιν ένιωθε υπεύθυνος για όλους και κυρίως για τον σαξοφωνίστα Μπάρι και τον τρομπετίστα Κένι, οι οποίοι ήταν φορτωμένοι με δάνεια και οικογενειακές υποχρεώσεις που κάλυπταν με τα έσοδα της δεύτερης δουλειάς τους. Το βάρος της ευθύνης ήταν πλέον αβάσταχτο για τον Μέλβιν και έβρισκε παρηγοριά μονάχα στη σκέψη ότι υπήρξαν κάποιοι, όπως ο Σαμουήλ και η Τζόαν που βγήκαν αλώβητοι ή τουλάχιστον με μηδενικές απώλειες από αυτόν τον τυφώνα που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Ο μεν πρώτος είχε ικανοποιήσει το όνειρό του να μοιράζεται τα κείμενά του και όντας ικανότατος δημοσιοσχεσίτης, σύντομα θα συνέχιζε σε κάποιον άλλο χώρο μαζί με την Μάριον που βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά του, έπειτα από την εγκατάλειψη του Ιβάν. Η δε δεύτερη, έχοντας προβλέψει την επερχόμενη καταστροφή, είχε ήδη ανακοινώσει τη νέα της επαγγελματική συνεργασία και την αποχώρησή της από τη διεύθυνση του μπαρ, προτού προλάβει να ξεσπάσει το σκάνδαλο. Τέσσερα άτομα επομένως απέμεναν μαζί με αυτόν από την κλειστή ομάδα και ο Μέλβιν νιώθοντας ή μάλλον συνειδητοποιώντας ότι ήταν ο πλέον χαμένος από όλους, αδυνατούσε να αποδεχθεί κυρίως την εξαπάτηση και την προδοσία από τις δυο γυναίκες που εμπιστευόταν και σεβόταν απόλυτα, δηλαδή την Ανταλί και τη Βίκυ.

Είναι άλλωστε αλήθεια ότι αν κάποιος του ιστορούσε πριν από μερικούς μήνες την κατάληξη αυτής της περιπέτειας, θα τον περιγελούσε και θα τον απόδιωχνε. Κι όμως αυτή η εξέλιξη που υπερέβαινε τα όρια της φαντασίας, τον διέλυσε εντελώς και δεν θα την πίστευε ποτέ αν δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων. Η μνήμη του ανασυνθέτοντας την απεικόνιση της νύχτας της παραμονής της σύλληψής του, τον οδήγησε στη σπηλιά της παραλίας, όπου είχε ζητήσει ο Ιβάν από εκείνον και την Ανταλί να συναντηθούν. Παρόλο που ο Μέλβιν ικέτευσε την Ανταλί να αρνηθούν, εκείνη δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί από μια κατά πρόσωπο αντιπαράθεση με τον άνθρωπο που – μέχρι τότε τουλάχιστον – μισούσε θανάσιμα.

Η συνάντησή τους είχε οριστεί κοντά στο σημείο όπου ο Μέλβιν είχε αναζητήσει καταφύγιο μετά τη δολοφονία της Τζούντι. Η Ανταλί περπατούσε αμίλητη δίπλα του και εκείνος γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της, ήξερε ότι φοβόταν όσο και ο ίδιος. Και ας μην το έδειχνε. Και ας περπατούσε με το αγέρωχο και αλαζονικό ύφος που είχε υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια. Ο Ιβάν ήταν απρόβλεπτος, επικίνδυνος και σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να τον εμπιστευθούν. Γι’ αυτό ακριβώς ο Μέλβιν την προειδοποίησε και προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί αυτήν τη συνάντηση. Εκείνη όμως δέχτηκε, επειδή δεν μπορούσε να συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό. Έπρεπε να μάθει, να καταλάβει, να τελειώσει επιτέλους με αυτήν την ιστορία που της είχε στερήσει τα όνειρα και τη ζωή της. Αυτή ήταν άλλωστε η αντίκρουσή της στα επιχειρήματα του Μέλβιν. «Κάποτε θα ερχόταν αυτή η στιγμή. Και έχει ήδη αργήσει. Απόψε θα τελειώσουν όλα. Με κάθε τρόπο και με κάθε τίμημα». Και είναι αλήθεια ότι τέλειωσαν, αλλά το βαρύτερο αντίτιμο το πλήρωσε μόνο ο Μέλβιν.

Καθώς πλησίαζαν στη σπηλιά, διέκριναν τους άνδρες του Ιβάν που στέκονταν στην είσοδο.

«Στάσου», προειδοποίησε ξανά ο Μέλβιν την Ανταλί. «Ίσως είναι παγίδα. Είχε πει να συναντηθούμε μόνοι».

«Να έρθουμε μόνοι. Δεν είχε δεσμευθεί για τη δική του πλευρά. Αν φοβάσαι, μπορείς να φύγεις. Έστω και τώρα. Εγώ όμως δεν θα σταματήσω», αποκρίθηκε δίχως να στρέψει το βλέμμα της προς εκείνον ή να επιβραδύνει το βάδισμά της.

Καθώς ο Μέλβιν ανασυνέθετε στη μνήμη του τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, συνειδητοποίησε ότι η συμπεριφορά της έπρεπε να λειτουργήσει προειδοποιητικά για εκείνον. Η αγάπη και το έντονο ένστικτο προστασίας που ένιωθε για εκείνη δεν του επέτρεψαν όμως να διακρίνει την εικόνα ή να μαντέψει όσα θα ακολουθούσαν.

Οι άνδρες του Ιβάν είχαν φωτίσει το εσωτερικό της σπηλιάς με δάδες και εκείνος έστεκε όρθιος στο κέντρο της και τους περίμενε.

«Χαίρομαι που ήρθες», είπε στην Ανταλί. «Αποδεικνύεις ότι είσαι όντως θαρραλέα».

«Ήρθα από περιέργεια. Για να μάθω το «σπουδαίο» μυστικό που θέλεις να αποκαλύψεις», αποκρίθηκε η Ανταλί με εμφανή ειρωνεία στη φωνή της.

«Εδώ και χρόνια προσπαθείς να εκδικηθείς για τον θάνατο του αδελφού σου και είσαι σίγουρη, χωρίς να έχεις αποδείξεις, ότι ο ένοχος είμαι εγώ».

«Εσύ τον σκότωσες. Ο Ίων ήταν λογιστής στην εταιρεία σου. Όταν ανακάλυψε τις βρωμοδουλειές σου, τον εξαφάνισες για να μην σε προδώσει στην Αστυνομία».

Ο Ιβάν γέλασε έντονα στο άκουσμα αυτών των λόγων.

«Έτσι νομίζεις; Ότι ο αδελφός σου ήταν ένας αθώος υπάλληλος; Το αντίθετο. Ο Ίων ήταν το δεξί μου χέρι. Ο άνθρωπος που εκτελούσε τις εντολές μου, ήλεγχε και φρόντιζε να διεκπεραιώνει την περάτωση όλων των υποθέσεων που εσύ αποκαλείς βρωμοδουλειές».

«Ψέματα. Ο Ίων….».

«Έχω αποδείξεις για όσα λέω», τη διέκοψε ο Ιβάν και έκανε νόημα σ’ έναν από τους άνδρες του που πλησίασε την Ανταλί κρατώντας έναν φορητό υπολογιστή στον οποίο της έδειξε φωτογραφίες και κινηματογραφήσεις από διάφορες συναλλαγές όπου πρωταγωνιστούσε ο αδελφός της.

«Ο Ίων ήταν μεγάλη απώλεια και μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κανένας άξιος αντικαταστάτης του. Ο δολοφόνος του δεν είμαι εγώ, αλλά αυτός που βλέπεις στην οθόνη».

Ο άνδρας άνοιξε ένα άλλο αρχείο με τη φωτογραφία της Βίκυς.

«Η Βίκυ;» ρώτησε έκπληκτος ο Μέλβιν που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει.

«Ναι. Η Βίκυ που σας είχε παραμυθιάσει ότι ήταν μια ρομαντική ύπαρξη που ζούσε με τις αναμνήσεις της. Τότε δούλευε στο δίκτυο παραδόσεων και ο Ίων ανακάλυψε ότι έκλεβε».

«Τι είδους παραδόσεις;» διέκοψε ξανά ο Μέλβιν που δεν καταλάβαινε.

«Ναρκωτικά και ό,τι άλλο χρειαζόταν να παραδοθεί από άτομα υπεράνω υποψίας. Τέλος πάντων, ο Ίων, όπως είπα, ανακάλυψε ότι η Βίκυ έβαζε το χέρι της στην τσέπη μας και αποφάσισε να τελειώνει μαζί της. Δυστυχώς εκείνη άκουσε μια συζήτησή του  με τον άνθρωπο που θα αναλάμβανε την απομάκρυνσή της και πρόλαβε τις κινήσεις τους. Είχε καλύψει δε τόσο καλά τα ίχνη της, ρίχνοντας τις υποψίες σ’ εμένα που ακόμα και εγώ άργησα να την καταλάβω. Εκείνη σου έστειλε και το σημείωμα. Θυμάσαι, Ανταλί;»

«Ναι. Κάθε λέξη. Αν θέλεις να βρεις τον δολοφόνο του αδελφού σου, ψάξε το αφεντικό του».

«Και εσύ βασίστηκες σ’ ένα ανώνυμο σημείωμα και με κυνηγάς από τότε. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως ο αστυνόμος Σπιρταδέλης έχει επιβεβαιώσει με διάφορα στοιχεία ότι ο δολοφόνος της Τζούντι είναι ο Μέλβιν. Αύριο το πρωί θα τον συλλάβει και έπειτα θα αποκαλυφθούν όλα. Εγώ δεν προτίθεμαι να μείνω εδώ και να καταλήξω στη φυλακή. Σε πέντε ώρες πετάω μ’ ένα ιδιωτικό αεροπλάνο και θα πάω στη Λατινική Αμερική, όπου έχω στήσει εδώ και αρκετά χρόνια κάποιες επιχειρήσεις μου. Υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσα να κλείσω μαζί σας τις εκκρεμότητες με μια μικρή εκκαθάριση, αλλά θαυμάζω το θάρρος σας και προτιμώ να με ακολουθήσετε. Σας προτείνω λοιπόν να έρθετε μαζί μου και εσύ, Ανταλί είσαι αρκετά έξυπνη και μπορείς να αναλάβεις τη θέση του αδελφού σου».

Η Ανταλί κοίταξε τον Μέλβιν. Οι αποκαλύψεις του Ιβάν ήταν έντονες και τόσο απροσδόκητες που η ζωή της γκρεμιζόταν ξανά για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια. Η ώρα κυλούσε και εκείνη έπρεπε μέσα σε ελάχιστα λεπτά να αποφασίσει ανάμεσα στη φυγή στο άγνωστο και την παραμονή με πιθανή κατάληξη τη φυλακή. Ο Μέλβιν διέκρινε στο βλέμμα της την πάλη της ψυχής της και παρόλο που θα ήθελε να σταθεί πλάι του σε αυτήν τη μάχη που ξεκίνησε προς χάρη της, ευχόταν συνάμα να γλυτώσει από τον κίνδυνο. Θα μπορούσε να την προτρέψει σε μια λύση, αλλά προτίμησε να παραμείνει βουβός, μέχρι να ακούσει τη δική της απόφαση.

«Θέλω εικοσιτέσσερις ώρες», απάντησε τελικά η Ανταλί. «Να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες και να μαζέψω τα πράγματά μου».

«Δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Είτε θα προλάβουν να συλλάβουν τον Μέλβιν, είτε θα πρέπει να τον κρύψουμε και τότε θα είναι δυσκολότερο να φύγουμε».

«Δεν θα έρθω μαζί σας», ανακοίνωσε ο Μέλβιν. «Έκανα ένα έγκλημα και πρέπει να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Και δεν χρειάζεται να ανησυχείτε ότι θα μιλήσω. Κανείς δεν θα μάθει, τουλάχιστον από εμένα τη δική σας εμπλοκή στην υπόθεση».

«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε ο Ιβάν.

«Απολύτως».

«Τότε, δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε. Ανταλί, πάμε και θα σου εξηγήσω στη διαδρομή τις λεπτομέρειες».

Εκείνη, συναίνεσε βουβά και προτού ακολουθήσει τον Ιβάν και τους άνδρες του που είχαν αρχίσει ήδη να αφαιρούν τις δάδες και να σβήνουν κάθε ίχνος από την παρουσία τους στη σπηλιά, αγκάλιασε τον αγαπημένο της φίλο και του ψιθύρισε ευχαριστώ. Έπειτα προχώρησαν μαζί προς την έξοδο και ο Μέλβιν έμεινε μόνος κάτω από το φεγγαρόφωτο της νυσταγμένης Σελήνης, ενώ η Ανταλί έφευγε για να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τον άνθρωπο που μερικές ώρες νωρίτερα ορκιζόταν να καταστρέψει.


[1]«Let’s Start the New Year Right», τραγούδι του Bing Crosby.