Από την Ισμήνη Χαρίλα
«Γι’ αυτό γράφω τις πινακίδες. Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι τα βγάλουν πέρα με τη μοίρα τους καλύτερα (…). Ίσως να γίνουν σοφότεροι και να ζήσουν ευτυχισμένοι μετατρέποντας τη ζωή τους σε μια ατέλειωτη γιορτή».
Σε μια παράλληλη αφήγηση που αγκαλιάζει το παρόν με το παρελθόν, ο συγγραφέας Αχμέτ Ουμίτ υπενθυμίζει στον «Γραφέα του παλατιού» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και σε μετάφραση από τα τουρκικά της Στέλλας Βρετού, ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά διατηρεί την ίδια προσαρμοστικότητα και τις ίδιες αντιδράσεις επί της αρχής, ανεξαρτήτως του χρόνου εκδήλωσης.
Σ’ ένα διττό μυθιστόρημα που συνδυάζει την ιστορική αναδρομή με το αστυνομικό μυστήριο, ο δημιουργός εστιάζει στη δύσκολη θεματική της μνήμης, του χρέους προς την πατρίδα, αλλά και των συναισθημάτων μίσους ή συμφιλίωσης που δύνανται να αναπτυχθούν ανάμεσα στους λαούς.
Από τη μια πλευρά επομένως εξιστορείται η περιπέτεια μιας ομάδας αρχαιολόγων η οποία κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής ανασκαφής βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά δολοφονιών και από την άλλη παρατίθεται – μέσω των πινακίδων που αποτελούν το αρχαιολογικό εύρημα – η ζωή του γραφέα του παλατιού, Πατασάνα, που έζησε πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια και ο οποίος εξαιτίας μια προσωπικής ιστορίας αγάπης που τον σημάδεψε και τον καθόρισε, κατέληξε, μέσω των λανθασμένων επιλογών του που είχαν ως σύμβουλο την άσβεστη επιθυμία εκδίκησης, να καταστρέψει τον ίδιο τον λαό του.
Τόσο στην πορεία του Πατασάνα, όσο και στη σύγχρονη διήγηση των δολοφονιών που συγκλονίζουν την ομάδα αρχαιολόγων, η πολιτική ανάγεται σε δίαυλο βεντέτας για προσωπικούς λόγους. Η διαφορά όμως έγκειται στο γεγονός ότι ο πόνος του Πατασάνα και κατ’ επέκταση το μίσος του γεννήθηκε από την απώλεια της αγαπημένης του, ενώ ο παροντικός δολοφόνος – κουβαλώντας το φορτίο ενός πλήγματος που ήταν αποτέλεσμα εχθροπραξιών και φυλετικού – θρησκευτικού διαχωρισμού – ωθείται στο έγκλημα για να τερματίσει τον θάνατο, πρεσβεύοντας ότι «ο θάνατος συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή όλων των ανθρώπων είτε νέοι είναι, είτε γέροι. Γι’ αυτό δυστυχώς, ο δρόμος για να πειστούν οι άνθρωποι να μη σκοτώνουν, περνάει μέσα από τον θάνατο».

Μέσω των συλλογιστικών τοποθετήσεων των ηρώων του, ο Ουμίτ επιχειρεί κατά συνέπεια να διατηρήσει ίσες αποστάσεις από τα ιστορικά γεγονότα και να επισημάνει ότι σε κάθε γεγονός υπάρχουν πάντοτε δυο απόψεις και μια ετερόκλητη οπτική, ανάλογα με την πλευρά που βρίσκεται ο καθένας.
Παρ’ όλα αυτά δημιουργείται αναπόφευκτα ένας έντονος προβληματισμός για τη δύναμη της συγχώρεσης και της λήθης. Αν η λογική υποδεικνύει ότι οι απόγονοι οφείλουν να προσπερνούν τα λάθη των προγόνων τους και να προχωρούν με γνώμονα τη συμφιλίωση και την ευημερία σε μια ειρηνική και ήρεμη συμβίωση, είναι άραγε εύκολο να ξεχάσει η καρδιά τους αγαπημένους που θυσιάστηκαν στον βωμό της μισαλλοδοξίας;
Ο Πατασάνα διευκρινίζει ότι έγραψε τις πινακίδες, διότι θεώρησε ότι «ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι να σπέρνουν και να θερίζουν με αγάπη τα εύφορα χώματα ανάμεσα στα δυο ποτάμια αντί να τα ποτίζουν με το αίμα των αδελφών τους. Ίσως να γίνουν σοφότεροι και να ζήσουν ευτυχισμένοι μετατρέποντας τη ζωή τους σε ατέλειωτη γιορτή. Ίσως να αφήσουν στις επόμενες γενιές κληρονομιά αντί για λύπη τη χαρά, αντί για δάκρυα τα χαμόγελα, αντί για μίσος την αγάπη, αντί για θάνατο τη ζωή».
Σε αντιδιαστολή ο Τίμοθι, ο σύγχρονος εγκληματίας, δικαιολογεί τις πράξεις του υποστηρίζοντας ότι ο σκοπός των δολοφονιών ήταν ο τερματισμός τους και ότι «είναι κάποιος που θέλει οι δολοφονίες του να γίνουν ο καθρέφτης των ανθρώπων. Που όταν κοιταχτούν οι άνθρωποι σ’ αυτόν για να δουν τα τρομακτικά πρόσωπά τους να κάνουν προσπάθεια για να γλυτώσουν από τη σιχαμερή αυτή εικόνα».
Ενώ λοιπόν ο Πατασάνα, μέσα στην απόλυτη δυστυχία του διατηρεί τη λογική και την αισιοδοξία του, ο Τίμοθι βυθίζεται στον χώρο της παράνοιας και απορρίπτει με τη στάση του την ισχύ της καλοσύνης και της ελπίδας. Η εν λόγω απογοήτευσή του αιτιολογείται ενδεχομένως και από την υποτονικότητα των πρωταγωνιστών της ανασκαφής συγκριτικά με αυτούς που αναφέρονται στις πινακίδες. Οι πρώτοι, παρόλο που κινούνται σε μια μυστηριακή αφήγηση, είναι προβλέψιμοι και οι αντιδράσεις τους δεν προκαλούν εκπλήξεις, τουλάχιστον σ’ έναν αναγνώστη με εμπειρία στα αστυνομικά μυθιστορήματα. Αντιθέτως οι ήρωες των πινακίδων είναι μεν ρεαλιστικοί, αλλά σφυρηλατημένοι με τέτοιον τρόπο που υπερισχύουν του κειμένου και αναδεικνύουν τη δική τους ιστορία ως βασική εντός του ολικού μυθιστορήματος. Η διάσταση αυτή πιθανότατα είναι ένα ηθελημένο αποτέλεσμα του Ουμίτ και όχι τυχαιότητα, λαμβάνοντας υπ’ όψη και το γεγονός ότι ο Πατασάνα τιτλοφορεί και το ίδιο το έργο. Και ίσως ακόμα να διαγράφεται ένας υπερθεματισμός του παρελθόντος στο οποίο η βία αντιδιαστελλόταν από ένα αίσθημα ευθύνης, χρέους και τιμής.