Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1911 πρωτοεμφανίστηκε η Ισαβέλλα του Αντρέ Ζιντ, μια νουβέλα που πραγματεύεται τις αναμνήσεις ενός νεανικού, πλατωνικού έρωτα του Ζεράρ. Η αφήγηση της ιστορίας ξεκινά με την επίσκεψη του Ζεράρ και δυο φίλων του σ’ έναν ερειπωμένο πύργο στη Νορμανδία. Εκεί, ο ήρωας κατακλύζεται από τις εικόνες του μακρινού παρελθόντος και εξηγεί στους συντρόφους του ότι είχε βρεθεί στον πύργο για πρώτη φορά, όταν ήταν εικοσιπέντε ετών, προκειμένου να βρει στη βιβλιοθήκη ένα σημαντικό έργο για το διδακτορικό του. Εκείνη την εποχή στον πύργο κατοικούσαν οι ιδιοκτήτες, ένα ζευγάρι συγγενών τους που τους συντηρούσαν και οικονομικά, ο εγγονός τους, ο δάσκαλός του και το προσωπικό.

Η πρόθεση ολιγοήμερης διαμονής και ο αρχικός σκοπός της επίσκεψης του Ζεράρ άλλαξαν, μόλις αντίκρισε το πορτραίτο μιας άγνωστης γυναικείας μορφής που εγκλώβισε την καρδιά του σ’ ένα ερωτικό συναίσθημα. Γοητευμένος από την ομορφιά της και μαθαίνοντας ότι είναι η μητέρα του εγγονού των οικοδεσποτών του, παρέτεινε την αναχώρησή του, ελπίζοντας ότι θα τη συναντήσει, κατά τη διάρκεια της επερχόμενης άφιξής της στον πύργο.

Δίχως να την έχει γνωρίσει και βασιζόμενος μόνο στις πληροφορίες που του μετέφεραν ο γιος της και ο δάσκαλός του, ο Ζεράρ δημιούργησε νοερά μια ιδεατή εικόνα, εντυπωσιασμένος από ένα ωραίο πρόσωπο που είδε στη ζωγραφική απεικόνισή του. Η φαινομενική όμως διάσταση απείχε από την υπαρξιακή, αφού η Ισαβέλλα ήταν μια γυναίκα που κουβαλούσε ένα ταραγμένο παρόν και ένα δύσκολο παρελθόν με πολλά μυστικά, προδοσία, πόνο και την εγκατάλειψη ενός παιδιού που αδημονούσε για τη στοργή της μητέρας του και το οποίο δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του που πέθανε πριν παντρευτεί με την Ισαβέλλα.

Κατά τη διάρκεια της ιστόρησης, διαφαίνονται τα χαρακτηριστικά της συγγραφικής τεχνοτροπίας του Αντρέ Ζιντ και δη η εξέλιξη ενός ηθικού και συναισθηματικού δράματος στο οποίο η λύση έχει ήδη δοθεί και απλώς ερμηνεύεται στους ακροατές που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι φίλοι του Ζεράρ. Με επίκεντρο την ανθρώπινη ιδιοσυστασία, ο ήρωας αναλαμβάνει τον ρόλο ενός μάρτυρα των γεγονότων που καθόρισαν το πεπρωμένο ατόμων που συνάντησε εντελώς τυχαία και συνδέθηκε μαζί τους, δίχως να είναι προϊδεασμένος με οιονδήποτε τρόπο για τη συγκεκριμένη κατάληξη.

Διατηρώντας τη μέθοδο του μονολόγου του αφηγητή, ο συγγραφέας αναλύει – μέσω της τριτοπρόσωπης μεταφοράς – τα συναισθήματα των ηρώων και αναδεικνύει την εν λόγω νουβέλα σ’ ένα ψυχογραφικό αφήγημα που βασίζεται σε μια ρεαλιστική αποτύπωση των τεκταινομένων, η οποία όμως ταυτόχρονα κινείται στα όρια του συμβολισμού, αφού τόσο η εικόνα του κατεστραμμένου πύργου, όσο και το πορτραίτο της καλλονής Ισαβέλλας και η αναπηρία του γιου της οδηγούν στους συλλογιστικούς συνειρμούς που επιθυμεί ο Ζιντ, προκειμένου να υπερθεματίσει τα βαθύτερα θέματα της ανθρώπινης ψυχολογίας, ενώ η μνήμη ή μάλλον η ανάμνηση μετατρέπεται στον κυριότερο δίαυλο αφού «οι σκέψεις μοιάζουν με τα λουλούδια. Αυτά που κόβονται το πρωί, διατηρούνται φρέσκα για μεγαλύτερο διάστημα».