Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

«Είμαι αθώος. ΑΘΩΟΣ!!» φώναζε ο πραματευτής μέσα από το κελί του, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τον ακούσει και θα τον πιστέψει. «Το λουλούδι έχει όντως θεραπευτικές ιδιότητες. Δεν ξέρω γιατί δεν λειτούργησε», επαναλάμβανε συνεχώς, τρομαγμένος, φοβισμένος και απογοητευμένος.

Κανένας όμως δεν τον άκουγε, δεν του έδινε σημασία, δεν τον πίστευε και κυρίως δεν ήθελε να τον πιστέψει, αφού όλοι ήταν πεπεισμένοι ότι είχε εκμεταλλευθεί απλώς την επιθυμία των πελατών του για ίαση προκειμένου να κερδίσει χρήματα.

Ακόμα και ο γιατρός που κλήθηκε από τον δικαστή, για να βοηθήσει στη διαλεύκανση της υπόθεσης, επιβεβαίωσε μεν τη χρήση ορισμένων βοτάνων στη φαρμακολογία, αρνήθηκε όμως κατηγορηματικά την ύπαρξη κάποιου φυτού που είχε απόλυτη θεραπευτική δύναμη και μάλιστα με ένα απλό άγγιγμα.

Ο πραματευτής ήταν επομένως καταδικασμένος και δεν απέμενε τίποτα άλλο από μια τυπική δίκη που πραγματοποιήθηκε δυο ημέρες μετά τη σύλληψή του και μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα από αγριεμένους ανθρώπους που απαιτούσαν την παραδειγματική τιμωρία του.

«Είμαι χαμένος», συλλογιζόταν ο πραματευτής, μετανιώνοντας για την ιδέα του να πουλήσει το άνθος. Απελπισμένος και μην ξέροντας τι έπρεπε να κάνει για να γλυτώσει, αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια. Έτσι, όταν ο δικαστής του ζήτησε να απολογηθεί, αφηγήθηκε πώς βρέθηκε στο δάσος και ανακάλυψε το άνθος.

«Υπάρχουν μάρτυρες για όσα ισχυρίζεστε;» τον ρώτησε ο δικαστής, όταν ολοκλήρωσε τη διήγησή του, ενώ αρκετοί παριστάμενοι είτε γελούσαν, είτε φώναζαν πως έλεγε ψέματα.

«Όχι, ήμουν εντελώς μόνος», αποκρίθηκε ο πραματευτής. «Μπορώ όμως να σας οδηγήσω εκεί και να σας αποδείξω ότι λέω την αλήθεια. Δώστε μου τουλάχιστον αυτήν την ευκαιρία, προτού με καταδικάσετε», παρακάλεσε ο πραματευτής και ο δικαστής, παρόλο που αμφέβαλλε για όσα άκουγε, θεώρησε δίκαιο το αίτημα και αποφάσισε να το εγκρίνει.

Το επόμενο πρωινό λοιπόν, ο πραματευτής μαζί με τον δικαστή, τον ιατρό, μια ομάδα αστυνομικών, τους πελάτες που τον είχαν κατηγορήσει για απάτη και τρεις πολίτες που ανέλαβαν τον ρόλο του μάρτυρα των τεκταινομένων, πήγαν στο ξέφωτο του δάσους, όπου φύτρωνε το άνθος της ζωής.

Ο πραματευτής πλησίασε τη σχισμή του βράχου και τους έδειξε το μικρό πολύχρωμο λουλούδι.

«Αυτό είναι», τους είπε και ζήτησε από τους αστυνομικούς να πληγώσουν έναν λαγό για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Εκείνοι αλληλοκοιτάχτηκαν και, παρόλο που δεν τον πίστευαν, έκαναν ό,τι τους ζήτησε. Ο πραματευτής πήρε στα χέρια του το ματωμένο ζώο και το ακούμπησε στο άνθος το οποίο – όπως και την προηγούμενη φορά – έκανε το θαύμα. Η πληγή έκλεισε και ο λαγός θεραπεύτηκε.  

Όλοι όσοι ήταν παρόντες, παρατηρούσαν ενεοί, ενώ ο πραματευτής – παίρνοντας θάρρος – ζήτησε από την κυρία Κλομπάλσκι να πλησιάσει και να αγγίξει το άνθος. Εκείνη, υπάκουσε διστακτικά και όντως οι πόνοι της εξαφανίστηκαν αυτοστιγμεί. Το ίδιο συνέβη και με τους υπολοίπους τρεις πελάτες του πραματευτή που είχαν πληρώσει για μια θεραπεία από το άνθος της ζωής.

Ύστερα από όσα είδαν, όλοι πίστεψαν πια την ιστορία του και θεώρησαν ότι απλώς το άνθος λειτουργούσε θεραπευτικά μόνο στο φυσικό του περιβάλλον. Οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, οι θεραπευμένοι πελάτες του τού ζήτησαν να τους συγχωρήσει και ο πραματευτής ελεύθερος πια επέστρεψε στην καθημερινότητά του, αποφασισμένος να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά με το άνθος της ζωής.

Δυστυχώς όμως ήταν πλέον πολύ αργά, διότι η ιστορία μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και πλήθος κόσμου συνέρρεε πλέον στο δάσος, θέτοντας σε κίνδυνο την ευτυχία των κατοίκων του μικρού χωριού.

Συνεχίζεται….

Συνταγή της Αμβροσίας: Αποκάλυψη

Υλικά:

15 βανίλιες

1 κιλό τσικουδιά (δυνατή και άοσμη)

½ κιλό κουαντρό

10 σπόροι τόνγκα

Εκτέλεση:

Πλένουμε τις βανίλιες, τις κόβουμε στη μέση και σπάζουμε τους σπόρους τόνγκα. Αδειάζουμε όλα τα υλικά σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως, για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.