Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ανέφερε ότι «(…) όλα τα καλά βιβλία έχουν κάτι αληθινό και είναι πιο αληθινό απ’ ό,τι αν είχαν συμβεί πραγματικά (…)». Και «Ο Ταχυδρόμος των βιβλίων» – του Γερμανού συγγραφέα Carsten Henn που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο και σε μετάφραση της Μαρίας Μαντή – είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο, παρόλο που περιγράφει μια ουτοπική κατάσταση, εξελίσσεται σε μια πραγματικότητα με έντονα δυστοπικά χαρακτηριστικά και τείνει να αγγίξει την αληθοφάνεια που αναζητά τους κορεσθέντες από τη διαρκώς εντεινόμενη κατάπτωση της κοινωνίας.

Ο βασικός ήρωας του έργου είναι ο εβδομηνταπεντάχρονος Καρλ Κόλχοφ, ένας υπάλληλος βιβλιοπωλείου που έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τους πελάτες που εξυπηρετεί προσωπικά και με κατ’ οίκον παραδόσεις. Μοναχικός, οξύνους και διακριτικός, έχει βρει την ευτυχία στο δικό του προσωπικό σύμπαν που για κάποιους μοιάζει περιορισμένο και ασύνηθες. Η συνταξιοδότηση του ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου και η ανάληψη των καθηκόντων από την κόρη του που επιθυμεί την αλλαγή αποσκοπώντας μόνο στο υλικό κέρδος, οδηγούν τον Καρλ στην απόλυση, την απομόνωση και την ηθελημένη πλέον παραίτηση από την ίδια τη ζωή. Τη στιγμή επομένως που φαίνεται ότι όλα έχουν τελειώσει, ένα εννιάχρονο κοριτσάκι γίνεται η σανίδα σωτηρίας που θα απλώσει το χέρι στον Καρλ και θα τον τραβήξει από την άβυσσο.

Με γλώσσα απλή και απαλλαγμένη από δύσκολες εννοιολογικές προσεγγίσεις, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα αφήγημα που απευθύνεται στα παιδιά και τους εφήβους που καλούνται να γνωρίσουν τον κόσμο, αλλά συνάμα και στους ενήλικες που νοσταλγούν την αγνότητα της ψυχής και της σκέψης του αλλοτινού παρελθόντος.

Σταδιακά, δίχως εντάσεις και παραθέτοντας ήρεμα την ιστορία, ο Henn αναλύει – μέσω των προσωπικών βιωμάτων των πελατών του Καρλ – ένα πλήθος θεμάτων γύρω από τη συνειδητοποίηση, τη μετάνοια, την εξιλέωση, την κακοποίηση σε όλες τις μορφές της, αλλά και τη σημασία της φιλίας, της αλληλεγγύης και της φροντίδας.

Με επιδέξιες σημειολογικές αναφορές, η σχέση του Καρλ με τη νέα ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου, τη Σαμπίνε, αλλά και την εννιάχρονη Σάσα απεικονίζει τη συλλογιστική απόσταση ανάμεσα στις γενιές. Από τη μια πλευρά στέκεται ο η ηλικιωμένος βιβλιοπώλης που εξακολουθεί να πιστεύει στην ομορφιά, την ηθική και τον σεβασμό και από την άλλη η Σαμπίνε που έχει ενστερνιστεί τη σύγχρονη επιχειρηματική κοσμοθεωρία, θεωρεί ότι πρέπει να διαγράψει καθετί παλιό και αρνείται οποιαδήποτε σύμπραξη με το παρελθόν, αδυνατώντας να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα των καταστάσεων και ερμηνεύοντας λανθασμένα τα γεγονότα. Σκληρή και ανάλγητη, μετατρέπεται κατά συνέπεια σε μια γυναίκα που κακοποιεί ψυχικά τους ανθρώπους που συναναστρέφεται με την ατυχή έκφραση της οργής της.

Σε αντιδιαστολή με την προαναφερόμενη, η μικρούλα Σάσα βασίζεται στην αγνότητα της παιδικής της ψυχής, καθοδηγείται από τη δύναμη του ενστίκτου της και γίνεται η φωνή της σύμπλευσης των αγαθών χαρακτηριστικών των χρονικών περιόδων, εκφράζοντας έναν ώριμο λόγο που θα ταίριαζε ίσως σε άτομο μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά έλκει την προσοχή, ακριβώς λόγω της παιδικότητάς της. Γλυκιά και ευγενική, συμβάλει – ακόμα και με την ακόρεστη συμπαθητική περιέργεια της – να εκφραστεί η ομόνοια και η καλοσύνη.

Οι καρδιές της Σάσας, του Καρλ και των πελατών του – που πιθανότατα φαίνονται παράδοξες σε ορισμένους, στην προσπάθειά τους να αντιπαλέψουν την κακία και τη δύστροπη όψη μιας αδιάφορης κοινωνίας – είναι αυτές που επιχειρούν να λιώσουν τον πάγο στις καρδιές εκείνων που δεν μπορούν να νιώσουν τη ζεστασιά της ανθρώπινης συμπόρευσης. Διότι, όπως σχολιάζει ο Henn μέσω ενός εκ των πελατών του Καρλ, του Ντάρσι, «όσο περνάει ο καιρός, οι άνθρωποι ξεχνάνε πώς να διαβάζουν. Από την άλλη, είναι ακριβώς αυτοί που κατοικούν στις σελίδες των βιβλίων: οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Κάθε βιβλίο είναι σαν μια καρδιά – και αρχίζει να χτυπά, όταν το διαβάζεις, γιατί ενώνεται με τη δική σου καρδιά».