Γράφει ο Ερμής:

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα μικρό χωριουδάκι μ’ ελάχιστους κατοίκους που βρισκόταν στο εσωτερικό ενός μεγάλου δάσους. Εξαιτίας της τοποθεσίας του ήταν αρκετά απομονωμένο και καθώς κανένας δεν το επισκεπτόταν, οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να κατασκευάζουν και να παράγουν μόνοι τους όσα χρειάζονταν, ενώ μια φορά τον μήνα μια ομάδα πήγαινε στην κοντινή πόλη επιφορτισμένη με την πώληση προϊόντων του χωριού, την αγορά πρώτων υλών, αλλά και την συγκέντρωση πληροφοριών για όσα συνέβαιναν μακριά από τον δικό τους κόσμο.

Παρά την απομόνωσή τους, είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι και κανείς τους δεν σκέφτηκε ποτέ να εγκαταλείψει το χωριό που βρισκόταν σ’ ένα υπέροχο δάσος με πανύψηλα δέντρα, όμορφα λουλούδια, πηγές με τρεχούμενο νερό, άκακα ζωάκια που είχαν συνηθίσει την ανθρώπινη παρουσία, μελωδικά πουλιά που κελαηδούσαν ολημερίς και πανέμορφες πεταλούδες που πετούσαν και έδιναν μια μαγική αίσθηση στο τοπίο με τα πολύχρωμα φτερά τους.

Εκτός όμως από την ομορφιά του, το συγκεκριμένο δάσος έκρυβε κι ένα μυστικό. Ένα μυστικό που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί ποτέ, γιατί τότε η ζωή στο μικρό χωριό θα άλλαζε ανεπανόρθωτα.

Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως το «ποτέ» δεν είναι παντοτινό κι έτσι ήρθε η στιγμή που έμαθε τυχαία το μυστικό κάποιος που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την καταστροφή που θα προκαλούσε.

Ήταν μια ήσυχη ημέρα του Ιουνίου όταν συνέβησαν όλα. Μια ηλιόλουστη ημέρα που δεν προμήνυε τίποτα από όσα θα ακολουθούσαν και ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του χωριού που εμφανίστηκε στο δάσος μια άμαξα. Ο οδηγός της ήταν ένας πραματευτής που είχε συναντήσει στην πόλη την ομάδα των κατοίκων του χωριού και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία γι’ αυτόν να τους επισκεφθεί.

«Εφόσον δεν πηγαίνει κανένας έμπορος στο χωριό τους, θα είναι ιδανικοί πελάτες», συλλογίστηκε και αφού φόρτωσε την άμαξά του με τα καλύτερα εμπορεύματα που είχε, ξεκίνησε για τον προορισμό του.

Καθώς όμως δεν ήξερε τη διαδρομή, μόλις βρέθηκε μέσα στο δάσος, έχασε τον προσανατολισμό του και αντί να προχωρήσει στο μονοπάτι που θα τον οδηγούσε στο χωριό, βρέθηκε σ’ ένα ξέφωτο όπου φύτρωνε το άνθος της ζωής. Ένα μικρό πολύχρωμο λουλούδι που ήταν χωμένο στη σχισμή ενός βράχου απ’ όπου έρεε το νερό μιας πηγής και είχε τη δύναμη να θεραπεύει ακόμα και την πιο σπάνια ασθένεια.

Ο πραματευτής ταλαιπωρημένος καθώς ήταν και βλέποντας το γκρίζο της νύχτας να κυκλώνει τον ήλιο, αποφάσισε να κατέβει από την άμαξα και να ξεκουραστεί προτού συνεχίσει τον δρόμο του, ελπίζοντας ότι ίσως περνούσε κάποιος και του έδινε τις σωστές οδηγίες. Έλυσε λοιπόν τα άλογα, τους έδωσε νερό και τροφή και ύστερα πήρε το παγούρι του κι ένα καλαθάκι όπου είχε ένα καρβέλι ψωμί, ένα κομμάτι τυρί και ένα σαλάμι, κάθισε και έφαγε. Έπειτα ξάπλωσε, κοιμήθηκε και όταν ξύπνησε είχε ήδη ξημερώσει.

Ξεκούραστος πλέον, σηκώθηκε για να συνεχίσει τον δρόμο του. Έδεσε ξανά τα άλογα στην άμαξα και προτού φύγει, πήγε να γεμίσει το παγούρι του με νερό από την πηγή. Καθώς όμως έσκυβε, γλίστρησε, έπεσε και έκοψε την παλάμη του. Το τραύμα ήταν βαθύ και εκείνος παρόλο που πίεζε την πληγή με το μαντήλι του, δεν μπορούσε να σταματήσει την αιμορραγία. Μόνος και αβοήθητος, προσπάθησε να σηκωθεί και τότε συνέβη το θαύμα. Το τραυματισμένο του χέρι ακούμπησε τυχαία επάνω στο άνθος της ζωής, εκείνος ένιωσε ένα στιγμιαίο χάδι και μια γλυκιά θερμότητα και αυτοστιγμεί η πληγή έκλεισε και το σημάδι της εξαφανίστηκε.

Ο πραματευτής, μπερδεμένος και φοβισμένος, κοίταξε το χέρι του μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε. «Πώς είναι δυνατόν ένα λουλουδάκι να με θεράπευσε», αναρωτήθηκε και δύσπιστος θέλησε να δοκιμάσει ξανά για να βεβαιωθεί. Φυσικά δεν θα ριψοκινδύνευε να αυτοτραυματιστεί και γι’ αυτό έπιασε ένα σπουργιτάκι, το έπνιξε με τα χέρια του και έπειτα το ακούμπησε – άψυχο πλέον – επάνω στο άνθος. Το μικρό πουλάκι ένιωσε ξανά την καρδιά του να χτυπά και κερδίζοντας πάλι το δώρο της ζωής, τιτίβισε και πέταξε μακριά.

Ο πραματευτής αδυνατούσε ακόμα να πιστέψει όσα έβλεπε.

«Είναι απίστευτο», μονολόγησε και αμέσως οραματίστηκε μια μοναδική ευκαιρία να ξεπετάγεται μπροστά του. «Μ’ αυτό το λουλουδάκι θα γίνω πλούσιος και δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά να τριγυρίζω από χωριό σε χωριό για να πουλήσω τα εμπορεύματά μου. Θα κερδίσω αρκετά χρήματα, προκειμένου να επεκτείνω το κατάστημά μου στην πόλη, θα προσλάβω δυο υπαλλήλους και έτσι θα κάθομαι απλώς στο ταμείο για να υπολογίζω τις εισπράξεις. Και θα… θα… θα… ».

Ένας σωρός από σχέδια άρχισε να σχηματίζεται νοερά στο μυαλό του και όλες οι επιχειρηματικές ιδέες που είχε κατά καιρούς έπαιρναν τώρα σάρκα και οστά, χάρη σ’ αυτό το μικρό λουλουδάκι που ξεφύτρωνε μέσα από τον βράχο.

«Πόσο τυχερός είμαι», μονολόγησε ξανά ο πραματευτής και δίχως να χάσει άλλο χρόνο, πήγε στην άμαξά του, βρήκε μια μικρή γλάστρα και φύτεψε σ’ αυτήν ένα κλωναράκι από το άνθος.

«Κανείς δεν πρέπει να μάθει πώς βρήκα αυτό το λουλούδι», συλλογίστηκε, «γιατί τότε θα υπάρξουν και άλλοι που θα θελήσουν να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία. Θα έχω τη γλάστρα στο εμπορικό και όποιος είναι άρρωστος, θα καταβάλλει το σχετικό αντίτιμο για να το αγγίξει και να θεραπευθεί».

Αποφασισμένος και έχοντας ολοκληρώσει νοερά το σχέδιό του, ανέβηκε λοιπόν στην άμαξά του και επέστρεψε στο σπίτι του, όπου περίμενε με αγωνία να ξημερώσει.

Το επόμενο πρωινό πήρε τη γλάστρα με το άνθος της ζωής, πήγε στο κατάστημα και την τοποθέτησε σ’ ένα ράφι που βρισκόταν ψηλά και μέσα από τον πάγκο, ώστε να έχει πρόσβαση μόνον ο ίδιος. Έπειτα, κρέμασε μια ταμπέλα με την οποία διαφήμιζε τις θεραπευτικές ιδιότητες του άνθους και περίμενε τους ενδιαφερόμενους.

Οι πρώτοι πελάτες δεν έδωσαν καμιά σημασία και αδιαφόρησαν εντελώς. Ο πραματευτής όμως, όντας έμπειρος επαγγελματίας, δεν απογοητεύτηκε, επειδή ήξερε ότι σύντομα θα σύντομα θα εμφανιζόταν ο πελάτης που αναζητούσε.

Και όντως, λίγο πριν το μεσημέρι, μπήκε στο εμπορικό η κυρία Κλομπάλσκι, η χήρα του δικαστή της πόλης που υπέφερε από χρόνια ρευματοειδή αρθρίτιδα. Καθώς περίμενε να εξυπηρετηθεί, διάβασε την ταμπέλα με το φυτό και ζήτησε αμέσως να μάθει λεπτομέρειες για τις θεραπευτικές ιδιότητες. Ο πραματευτής απάντησε πρόθυμα στις ερωτήσεις της – ακόμα και σε αυτές για τις οποίες είχε πλήρη άγνοια στην πραγματικότητα.

«Σας διαβεβαιώνω ότι θα λύσετε όλα τα θέματα υγείας και δεν θα πονέσετε ποτέ ξανά. Ένα άγγιγμα, ένα απλό άγγιγμα και θα θεραπευθείτε αμέσως», της είπε και η κυρία Κλομπάλσκι που υπέφερε πολλά χρόνια, είχε συμβουλευθεί πολλούς γιατρούς, είχε δοκιμάσει άπειρα φαρμακευτικά σκευάσματα και εξακολουθούσε να μην βρίσκει λύση στο πρόβλημά της, δεν δίστασε να δοκιμάσει τη θεραπεία του άνθους. Ούτως ή άλλως ένα άγγιγμα δεν μπορούσε να την βλάψει. Γιατί λοιπόν να μην δοκίμαζε;

Δίχως να αναλύσει περισσότερο την κατάσταση, πλήρωσε στον πραματευτή το ποσό που της ζήτησε και το οποίο αντιστοιχούσε στο τριμηνιαίο κόστος των φαρμάκων της και άγγιξε το λουλούδι. Και παρόλο που δεν ένιωσε τη ζεστασιά που της είχε περιγράψει ο πραματευτής, ούτε τίποτα άλλο, τον πίστεψε όταν της είπε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας και ότι σε λίγες ώρες οι πόνοι θα εξαφανίζονταν.

Αυτό όμως δεν συνέβη και η κυρία Κλομπάλσκι συνέχισε να υποφέρει, όπως επίσης και άλλοι τρεις πελάτες του πραματευτή που είχαν πληρώσει για μια θεραπεία από το άνθος της ζωής. Οι ημέρες κυλούσαν, τα προβλήματα υγείας εξακολουθούσαν να τους ταλανίζουν και όλοι ήταν θυμωμένοι μαζί του, όχι τόσο γιατί δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, αλλά κυρίως γιατί τους είχε κοροϊδέψει, αποσπώντας τους ένα σημαντικό για εκείνους χρηματικό ποσό. Εξαγριωμένοι, κατήγγειλαν επομένως τον πραματευτή στις Αρχές και μέσα σε λίγες ώρες εκείνος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή.

«Είμαι αθώος. ΑΘΩΟΣ!!» φώναζε ο πραματευτής μέσα από το κελί του, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τον ακούσει και θα τον πιστέψει. «Το λουλούδι έχει όντως θεραπευτικές ιδιότητες. Δεν ξέρω γιατί δεν λειτούργησε», επαναλάμβανε συνεχώς, τρομαγμένος, φοβισμένος και απογοητευμένος.

Κανένας όμως δεν τον άκουγε, δεν του έδινε σημασία, δεν τον πίστευε και κυρίως δεν ήθελε να τον πιστέψει, αφού όλοι ήταν πεπεισμένοι ότι είχε εκμεταλλευθεί απλώς την επιθυμία των πελατών του για ίαση προκειμένου να κερδίσει χρήματα.

Ακόμα και ο γιατρός που κλήθηκε από τον δικαστή, για να βοηθήσει στη διαλεύκανση της υπόθεσης, επιβεβαίωσε μεν τη χρήση ορισμένων βοτάνων στη φαρμακολογία, αρνήθηκε όμως κατηγορηματικά την ύπαρξη κάποιου φυτού που είχε απόλυτη θεραπευτική δύναμη και μάλιστα με ένα απλό άγγιγμα.

Ο πραματευτής ήταν επομένως καταδικασμένος και δεν απέμενε τίποτα άλλο από μια τυπική δίκη που πραγματοποιήθηκε δυο ημέρες μετά τη σύλληψή του και μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα από αγριεμένους ανθρώπους που απαιτούσαν την παραδειγματική τιμωρία του.

«Είμαι χαμένος», συλλογιζόταν ο πραματευτής, μετανιώνοντας για την ιδέα του να πουλήσει το άνθος. Απελπισμένος και μην ξέροντας τι έπρεπε να κάνει για να γλυτώσει, αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια. Έτσι, όταν ο δικαστής του ζήτησε να απολογηθεί, αφηγήθηκε πώς βρέθηκε στο δάσος και ανακάλυψε το άνθος.

«Υπάρχουν μάρτυρες για όσα ισχυρίζεστε;» τον ρώτησε ο δικαστής, όταν ολοκλήρωσε τη διήγησή του, ενώ αρκετοί παριστάμενοι είτε γελούσαν, είτε φώναζαν πως έλεγε ψέματα.

«Όχι, ήμουν εντελώς μόνος», αποκρίθηκε ο πραματευτής. «Μπορώ όμως να σας οδηγήσω εκεί και να σας αποδείξω ότι λέω την αλήθεια. Δώστε μου τουλάχιστον αυτήν την ευκαιρία, προτού με καταδικάσετε», παρακάλεσε ο πραματευτής και ο δικαστής, παρόλο που αμφέβαλλε για όσα άκουγε, θεώρησε δίκαιο το αίτημα και αποφάσισε να το εγκρίνει.

Το επόμενο πρωινό λοιπόν, ο πραματευτής μαζί με τον δικαστή, τον ιατρό, μια ομάδα αστυνομικών, τους πελάτες που τον είχαν κατηγορήσει για απάτη και τρεις πολίτες που ανέλαβαν τον ρόλο του μάρτυρα των τεκταινομένων, πήγαν στο ξέφωτο του δάσους, όπου φύτρωνε το άνθος της ζωής.

Ο πραματευτής πλησίασε τη σχισμή του βράχου και τους έδειξε το μικρό πολύχρωμο λουλούδι.

«Αυτό είναι», τους είπε και ζήτησε από τους αστυνομικούς να πληγώσουν έναν λαγό για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Εκείνοι αλληλοκοιτάχτηκαν και, παρόλο που δεν τον πίστευαν, έκαναν ό,τι τους ζήτησε. Ο πραματευτής πήρε στα χέρια του το ματωμένο ζώο και το ακούμπησε στο άνθος το οποίο – όπως και την προηγούμενη φορά – έκανε το θαύμα. Η πληγή έκλεισε και ο λαγός θεραπεύτηκε. 

Όλοι όσοι ήταν παρόντες, παρατηρούσαν ενεοί, ενώ ο πραματευτής – παίρνοντας θάρρος – ζήτησε από την κυρία Κλομπάλσκι να πλησιάσει και να αγγίξει το άνθος. Εκείνη, υπάκουσε διστακτικά και όντως οι πόνοι της εξαφανίστηκαν αυτοστιγμεί. Το ίδιο συνέβη και με τους υπολοίπους τρεις πελάτες του πραματευτή που είχαν πληρώσει για μια θεραπεία από το άνθος της ζωής.

Ύστερα από όσα είδαν, όλοι πίστεψαν πια την ιστορία του και θεώρησαν ότι απλώς το άνθος λειτουργούσε θεραπευτικά μόνο στο φυσικό του περιβάλλον. Οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, οι θεραπευμένοι πελάτες του τού ζήτησαν να τους συγχωρήσει και ο πραματευτής ελεύθερος πια επέστρεψε στην καθημερινότητά του, αποφασισμένος να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά με το άνθος της ζωής.

Δυστυχώς όμως ήταν πλέον πολύ αργά, διότι η ιστορία μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και πλήθος κόσμου συνέρρεε πλέον στο δάσος, θέτοντας σε κίνδυνο την ευτυχία των κατοίκων του μικρού χωριού.

Οι περισσότεροι από αυτούς που πήγαιναν στο δάσος, δεν είχαν κάποιο πρόβλημα υγείας, αλλά υπέφεραν απλώς από το μικρόβιο της περιέργειας και της ματαιοδοξίας της εμπειρίας. Μιας εμπειρίας που εκμεταλλευόταν το άνθος και μείωνε τη σημασία της προσφοράς του. Και η Ανθέλια, η νεράιδα του δάσους που ήταν επιφορτισμένη με την προστασία του πολύτιμου αυτού λουλουδιού, παρατήρησε προσεκτικά τα γεγονότα και φρόντισε να λάβει εγκαίρως τα απαραίτητα μέτρα διάσωσής του.

Την ημέρα που είχε οδηγήσει ο πραματευτής τον δικαστή στο δάσος, η Ανθέλια ήταν κρυμμένη και παρακολούθησε όλη τη σκηνή. Μόλις λοιπόν εκείνοι έφυγαν και μαντεύοντας τη συνέχεια, η Ανθέλια πλησίασε το άνθος και το πάγωσε, ώστε να μην μπορεί πλέον να χαρίζει τις θεραπευτικές του ιδιότητες σε κανέναν.

Η απόφασή της ήταν σκληρή και ίσως άδικη για εκείνους που υπέφεραν πραγματικά. Η νεράιδα όμως είχε θυμώσει πάρα πολύ με αυτούς που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το δώρο της ζωής και κυρίως με τους κατοίκους του μικρού χωριού που δεν φρόντισαν να αποτρέψουν τη διαρροή του μυστικού. Αν φυλούσαν την είσοδο στο δάσος, όπως όφειλαν, τίποτα δεν θα είχε συμβεί και ο πραματευτής δεν θα μάθαινε ποτέ το μυστικό. Εκείνοι όμως – εφησυχασμένοι και απολαμβάνοντας την ευτυχία της ηρεμίας και της απομόνωσης από την ασχήμια και την κακοήθεια της πόλης – αμέλησαν να τηρήσουν το καθήκον τους.

Γι’ αυτό η Ανθέλια σκέφτηκε ότι έπρεπε να τους δώσει ένα καλό μάθημα, προκειμένου να καταλάβουν ότι κάθε πράξη έχει και τις συνέπειές της. Όταν λοιπόν από την επόμενη ημέρα άρχισαν οι εξορμήσεις στο δάσος και οι άνθρωποι παρέμεναν πολλές ώρες σε αυτό, προσμένοντας ένα θαύμα που δεν συνέβαινε ποτέ, οι κάτοικοι του χωριού έχασαν την ευδαιμονία που τους χάριζε η ησυχία και η ηρεμία του τοπίου. Τα κελαιδίσματα των πουλιών καλύφθηκαν από τις φωνές, ενίοτε και τους διαπληκτισμούς των ξένων και το πεντακάθαρο δάσος τους γέμιζε από σκουπίδια που έπρεπε να μαζεύουν και να μεταφέρουν μακριά για να αποφύγουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς.

Η κατάσταση χειροτέρευε καθημερινά και οι κάτοικοι – απελπισμένοι – προσέτρεξαν στην Ανθέλια, ζητώντας την βοήθειά της. Εκείνη όμως τους εξήγησε ότι όσα είχαν συμβεί ήταν αποτέλεσμα της δικής τους αμέλειας.

«Είχατε ένα σπάνιο δώρο», τους είπε. «Ένα δώρο που δεν σεβαστήκατε και δεν τιμήσατε. Εσείς ευθύνεστε για όσα συνέβησαν».

Μετανιωμένοι οι κάτοικοι και συνειδητοποιώντας τα λάθη τους, παρακάλεσαν την Ανθέλια να ξαναφέρει την ισορροπία.

«Βοήθησέ μας και σου υποσχόμαστε ότι θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προστατεύσουμε το μυστικό του δάσους και το πολύτιμο δώρο του».

Η Ανθέλια τους κοίταξε και παρόλο που δεν ήταν σίγουρη ότι θα τηρούσαν αυτήν τη φορά την υπόσχεση που είχαν δώσει και άλλοτε, αποκρίθηκε με έντονο ύφος.

«Εντάξει, αλλά αν αμελήσετε ξανά το καθήκον σας, οι συνέπειες θα είναι ολέθριες».

Φοβισμένοι και ξέροντας ότι η νεράιδα δεν θα τους έδινε δεύτερη ευκαιρία, οι κάτοικοι την ευχαρίστησαν και επέστρεψαν στο χωριό τους, ενώ η Ανθέλια πήγε στο σημείο του δάσους όπου βρισκόταν το άνθος.

Εκεί, κάθονταν δέκα περίπου άτομα που συζητούσαν, έτρωγαν και γελούσαν. Η Ανθέλια τους πλησίασε και – αόρατη καθώς ήταν στα δικά τους μάτια – άρχισε να τους ξαφνιάζει. Μετακινούσε τα πράγματα, τους σκουντούσε, αναποδογύριζε τα πιάτα που είχαν τοποθετήσει το φαγητό τους και ψιθύριζε ήχους στα αυτιά τους. Εκείνοι τρόμαξαν και πίστεψαν ότι κάποιο φάντασμα ή μάλλον στοιχειό του δάσους – αφού τα φαντάσματα κυκλοφορούν τη νύχτα και αυτοί δέχτηκαν την επίθεση ημέρα – τους κυνηγούσε. Πανικόβλητοι, μάζεψαν άρον άρον τα πράγματά τους και έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Όταν επέστρεψαν στην πόλη, διηγήθηκαν όσα είχαν συμβεί και ζήτησαν από τις Αρχές να ελέγξουν τον χώρο στο δάσος. Κανείς όμως δεν ήταν τόσο τολμηρός για να αντιμετωπίσει μια άγνωστη απειλή και ο δικαστής δεν ήταν πρόθυμος να διατάξει κάποιον να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Άλλωστε μέχρι πριν λίγο καιρό το δάσος δεν υπήρχε στη ζωή τους και αυτό το άνθος που ήθελαν όλοι να δουν, τους είχε οδηγήσει απλώς σε περιπέτειες, ενώ η περιβόητη δύναμή του δεν αποδείχτηκε παρά μονάχα την ημέρα που τους είχε οδηγήσει σε αυτό ο πραματευτής. Αφού στάθμισε λοιπόν τις παραμέτρους, κατέληξε στα συμπεράσματά του και συμβούλεψε τους πολίτες ότι η καλύτερη λύση ήταν να ξεχάσουν όσα είχαν συμβεί και να ξαναγυρίσουν στην ήρεμη και ήσυχη ρουτίνα τους.

Έκτοτε δεν τόλμησε επομένως κανείς να πλησιάσει στο δάσος. Η Ανθέλια ελευθέρωσε τις ιδιότητες του άνθους και οι κάτοικοι του χωριού ανέκτησαν την χαρά της ζωής και τήρησαν την υπόσχεσή τους για να μην την ξαναχάσουν.

ΤΕΛΟΣ