Γράφει ο Ερμής:
Ο Λιμπρολστίκιν ήταν ένα ξωτικό που, αν και ζούσε στη Χριστουγεννιάτικη πόλη, δεν πίστευε πια ότι η μαγεία της συγκεκριμένης γιορτής μπορούσε να αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων.
«Η πλειονότητα ενδιαφέρεται μόνο για τα δώρα, τα αντικείμενα που θα αγοράσει, τα ρούχα που θα φορέσει, τον τρόπο που θα διασκεδάσει, τις πόλεις που θα ταξιδέψει. Κανείς δεν νιώθει την αγωνία της απρόσμενης χαράς ή τη λαχτάρα για την ικανοποίηση του άυλου ονείρου. Τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν απλώς μια περίοδο εξόδων και επίδειξης. Μια περίοδο που οι άνθρωποι θα διαχωριστούν ανάμεσα σε αυτούς που έχουν χρήματα για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, σε εκείνους που αδυνατούν και θα ζηλέψουν τους πρώτους και στους ελάχιστους που θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία να επαναπροσεγγίσουν το βαθύτερο εγώ τους και να αποστασιοποιηθούν από την επιπόλαιη, απατηλή και εφήμερη όψη της γιορτής».
Ενώ λοιπόν πλησίαζε η μεγάλη ημέρα και τα υπόλοιπα ξωτικά εργάζονταν με ενθουσιασμό, εκείνος παρέμενε προσηλωμένος στο έργο του στη βιβλιοθήκη της πόλης, όπου ο ίδιος και οι συνάδελφοι του διάβαζαν όλα τα νέα βιβλία που κυκλοφορούσαν, διαχώριζαν αυτά που θεωρούσαν ότι έπρεπε να διασωθούν στα βάθη των ετών και τα ταξινομούσαν ανάλογα με την κατηγορία τους.
Το κτίριο της βιβλιοθήκης ήταν ευτυχώς τεράστιο και τα ξωτικά είχαν στη διάθεσή τους όσα ράφια χρειάζονταν, αλλά ο Λιμπρολστίκιν – που ήταν υπεύθυνος για τον τομέα των παραμυθιών – χρησιμοποιούσε ελάχιστο χώρο, αφού, παρά τη μεγάλη εκδοτική παραγωγή, εκείνος κρατούσε ελάχιστα βιβλία και απέρριπτε τα υπόλοιπα είτε ως κακογραμμένα, είτε ως επίπεδα, αδιάφορα και στερούμενα φαντασίας.

Ακριβοδίκαιος και άριστος γνώστης της βιβλιοπαραγωγικής ιστορίας, ήξερε ότι ήταν αυστηρός κριτής, αλλά δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με οτιδήποτε δεν τον ενθουσίαζε.
«Ένα παραμύθι πρέπει να σε ταξιδεύει», συλλογιζόταν. «Να σε τραβά από το χέρι και να σε οδηγεί εκεί που δεν περίμενες ποτέ ότι θα βρεθείς. Να σου χαρίζει το όνειρο και την έκπληξη του θαύματος. Αυτή είναι η μαγεία, αλλά ελάχιστοι το καταλαβαίνουν. Δεν μπορείς να γράψεις παραμύθι, αν δεν ταξιδεύεις στον κόσμο της φαντασίας. Αν δεν νιώσεις τη μαγεία του σουρεαλιστικού παραλόγου στα μύχια της ψυχής σου».
Έτσι διάβαζε, διάλεγε και ό,τι δεν του άρεσε το έριχνε στον μαγικό κουβά ανακύκλωσης που μετέτρεπε τα αντικείμενα που δεχόταν σε χριστουγεννιάτικα δέντρα και παιδικά παιχνίδια.
O Άγιος Βασίλης ήξερε πως ο Λιμπρολστίκιν είχε καλές προθέσεις, αλλά ήθελε να τον βοηθήσει να ξανακερδίσει την πίστη του στους ανθρώπους και κατ’ επέκταση στο μέλλον του κόσμου. Έτσι αποφάσισε να του αναθέσει μια αποστολή, προκειμένου να καταλάβει ότι όλοι μπορούν να δουν τη διαφορετική εικόνα αν τους δοθεί η ευκαιρία.
Μια αποστολή που θα έπρεπε να διεκπεραιώσει μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων και η οποία θα τον ανάγκαζε να βγει από τα παπούτσια του κριτή και να φορέσει αυτά του κρινόμενου. Μια αποστολή επίσης που θα συμβίβαζε το παρελθόν με το παρόν και θα μεταβίβαζε τις χαμένες παραδόσεις στο μέλλον. Και αυτή η αποστολή ήταν εύκολη αλλά συνάμα και εξαιρετικά δύσκολη αφού ο Λιμπρολστίκιν έπρεπε να γράψει ένα παραμύθι που θα θύμιζε στους ενήλικες τη σπουδαιότητα της παιδικής φαντασίας.
Συνεχίζεται………….

Συνταγή της Αμβροσίας: Χριστουγεννιάτικη λιχουδιά
Υλικά:
10 αυγά (χωριστά οι κρόκοι)
960 γρ. ζάχαρη
1.280 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
320 γρ. μαλακό βούτυρο
160 γρ. κονιάκ
1 κ. γ. σόδα
Χυμός 8 πορτοκαλιών
Εκτέλεση
Σε μια λεκάνη χτυπάμε τους κρόκους και τη ζάχαρη για περίπου 8 – 10 λεπτά και συνεχίζουμε το χτύπημα για 5 λεπτά αφού ρίξουμε και το λιωμένο βούτυρο. Σε μία λεκάνη αναμιγνύουμε το κονιάκ με το χυμό πορτοκαλιών και τη σόδα, τα ρίχνουμε στο μίγμα και τα ανακατεύουμε. Στη συνέχεια χτυπάμε τα ασπράδια μαρέγκα και τα προσθέτουμε σταδιακά στο μίγμα, εναλλάξ με αλεύρι. Δουλεύουμε τα υλικά απαλά, και τα αδειάζουμε σε βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψί. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο C, περίπου για μια ώρα. Αφού ολοκληρωθεί το ψήσιμο, τοποθετούμε το γλύκισμα σε πιατέλα και γαρνίρουμε με γλάσο.