Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 1ο μέρος
Η δοκιμασία του ήταν πολύ δύσκολη και, καθώς είχαν περάσει ήδη δυο εβδομάδες και δεν είχε καμιά ιδέα για το παραμύθι του, ο Λιμπρολστίκιν άρχισε να πιστεύει ότι δεν θα κατάφερνε να την ολοκληρώσει.
Μάταια προσπαθούσε να βρει την έμπνευση που θα τον μετέφερε στην αρχή μιας μαγικής ιστορίας. Ό,τι έβλεπε, ό,τι άκουγε, ό,τι παρατηρούσε, τον οδηγούσε σε χιλιοειπωμένα αφηγηματικά μονοπάτια που δεν είχαν να του προσφέρουν τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι γνώριζε ήδη.
Απογοητευμένος, συλλογιζόταν πώς θα δικαιολογούσε την αποτυχία του στον Άγιο Βασίλη, ιδίως αφού θα ήταν το πρώτο ξωτικό που δεν θα έφερνε σε πέρας την αποστολή του. Πιθανότατα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία την δυσκολία του εγχειρήματος, αλλά ήδη ο Φρολαπουζίν και ο Φλιφιπατίμ είχαν αντεπεξέλθει σε εξίσου απαιτητικές δοκιμασίες και μάλιστα επαναλάμβαναν το καθήκον τους κάθε χρόνο, από τότε που τους ορίστηκε.
Κι αν ζητούσε βοήθεια από εκείνους; Αν παρακαλούσε τον πρώτο να του δείξει τον καθρέφτη του ή αν ο δεύτερος τον οδηγούσε στο πνεύμα του παγόβουνου; Ο Άγιος Βασίλης όμως του είχε ξεκαθαρίσει ότι έπρεπε να γράψει το παραμύθι του ολομόναχος και δίχως να τον βοηθήσει κανείς. Όλοι οι δρόμοι επομένως έμοιαζαν κλειστοί και ο Λιμπρολστίκιν δεν είχε μήτε διέξοδο, μήτε επιλογή.
Ένα βράδυ όμως, καθώς επέστρεφε στο σπίτι του από τη βιβλιοθήκη, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό και είδε το φεγγάρι που μισο-κρυβόταν πίσω από ένα μεγάλο γκρίζο σύννεφο. Η εικόνα της Σελήνης που έπαιζε με τις νεφέλες, τον μάγεψε και συνάμα τον ηρέμησε χαρίζοντάς του μια αίσθηση αισιοδοξίας για το μέλλον.

«Πόσο όμορφη η χθεσινή νύχτα», συλλογίστηκε το επόμενο πρωινό, ενώ έπινε ένα ζεστό ρόφημα σοκολάτας και έτρωγε χριστουγεννιάτικα μπισκότα σε σχήμα αστεριών. Και τότε ξαφνικά, γεννήθηκε αναπάντεχα στο μυαλό του το παραμύθι που αναζητούσε. Ένα παραμύθι γλυκό, νοσταλγικό, που εξελισσόταν μεν στο παρελθόν, αλλά αντιστοιχούσε σε κάθε εποχή και κάθε κοινωνία. Ένα παραμύθι που μιλούσε για τη δύναμη της φαντασίας και τη συμβολή της στην ενσάρκωση της ελπίδας. Και αυτό δεν ήταν άλλο από το παραμύθι του Χίλγκεμπερτ, ενός αγοριού που γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη.
Ο Χίλγκεμπερτ ήταν ο Βενιαμίν σε μια οικογένεια που είχε ήδη τέσσερα μεγαλύτερα αγόρια και οι γονείς είχαν λησμονήσει την έννοια του ξενυχτιού πάνω από την κούνια και το απαιτητικό κλάμα ενός μωρού. Παρ’ όλα αυτά, η γέννηση του μικρούλη Χίλγκεμπερτ μια χιονισμένη νύχτα Χριστουγέννων έφερε μεγάλη χαρά στο σπιτικό της οικογένειας και τόσο οι γονείς, όσο και τα αδέλφια του τον αντιμετώπισαν ως ένα δώρο. Στα χρόνια που κύλησαν, ο Χίλγκεμπερτ μεγάλωνε με αγάπη και πολλά χάδια και έγινε ένα καλό παιδί και επιμελής μαθητής, αν και λίγο άτακτος και ατρόμητος στα παιχνίδια με τους φίλους του. Η οικογένεια κατοικούσε στο ισόγειο ενός μεγάλου κτιρίου και καθώς η μαμά του, τον έβλεπε να σκαρφαλώνει στα δέντρα ή στη στέγη για να παρατηρήσει τον κόσμο από ψηλά, τρόμαζε και τον νουθετούσε διαρκώς να προσέχει. Ο Χίλγκεμπερτ όμως δεν την άκουγε και συνέχιζε να παίζει, δίχως να αναλογίζεται τον κίνδυνο.

Ώσπου, η απερισκεψία του είχε άσχημη κατάληψη, αφού ένα πρωινό που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο κλαδί, ενός γέρικου δέντρου, εκείνο έσπασε και ο Χίλγκεμπερτ έπεσε στο έδαφος, σοβαρά τραυματισμένος. Τρεις μήνες έμεινε στο νοσοκομείο και όταν επέστρεψε στο σπίτι του, ήταν πλέον αναγκασμένος να ξεχάσει τις ατρόμητες αναρριχήσεις του, αφού η πτώση τού άφησε ένα τραύμα στη σπονδυλική στήλη που δεν θεραπεύτηκε ποτέ και τον καθήλωσε σε αμαξίδιο.
Ο Χίλγκεμπερτ ήταν τότε δέκα ετών και άρα πολύ μικρός για να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση στην οποία έπρεπε να προσαρμοστεί. Γρήγορα και συνειδητοποιώντας ότι δεν θα μπορούσε πια να ακολουθεί τους φίλους του στα παιχνίδια, να τρέχει, να περιπλανιέται μαζί τους στους δρόμους της συνοικίας ή να σκαρφαλώνει στα αγαπημένα του δέντρα, έχασε το χαμόγελό του. Μάταια, η οικογένειά του προσπάθησε να τον βοηθήσει να ξαναβρεί τη χαρά. Ο Χίλγκεμπερτ βυθίστηκε στη θλίψη, αρνήθηκε να ξαναπάει μακρύτερα από την εσωτερική αυλή του κτιρίου όπου κατοικούσαν και περνούσε τον χρόνο του ανάμεσα στο υπνοδωμάτιό του και το καθιστικό, αναζητώντας τη μοναξιά και έχοντας συντροφιά τα βιβλία που του έφερνε ο δάσκαλος πατέρας του, ο οποίος είχε αναλάβει και την κατ’ οίκον διδασκαλία του, αφού ο γιος του δεν δεχόταν να πάει ούτε στο σχολικό κτίριο.
Τα βιβλία έγιναν λοιπόν οι νέοι φίλοι του Χίλγκεμπερτ και εκείνος λάτρευε να χάνεται στις σελίδες τους και να οπτικοποιεί με τη φαντασία του τις ιστορίες που διηγούνταν. Διάβαζε και έπειτα σχεδίαζε επάνω στο χαρτί τους ήρωες, τις μορφές τους, τις σκηνές που περιέγραφαν οι λέξεις. Τα σχέδιά του, αυτοδίδακτα και με κάποιες ατέλειες αρχικά, τελειοποιήθηκαν με την εξάσκηση και απέκτησαν μια ιδιαίτερη δυναμική, ιδίως όταν άρχισαν να γίνονται πιο ζωντανά χάρη στα χρώματα ζωγραφικής που του χάρισε ο πατέρας του.
Στα χρόνια που κύλησαν, ο Χίλγκεμπερτ ανέπτυξε ένα τόσο ιδιαίτερο ταλέντο στη ζωγραφική που απάλυνε τον πόνο που ένιωθε από το ατύχημά του, ενώ δεν χρειαζόταν πια να διαβάσει ένα βιβλίο για να δημιουργήσει τις εικόνες του. Η φαντασία του ήταν εκείνη που τον καθοδηγούσε και του αφηγούταν νοερά την ιστορία. Και εκείνος, ακάματος εργάτης της τέχνης του, δημιουργούσε εμπνευσμένα έργα που δεν έβλεπε όμως κανείς άλλος, εκτός από την οικογένειά του.
Συνεχίζεται…..

Συνταγή της Αμβροσίας: Ο δρόμος της φαντασίας
Υλικά:
Φύλλα σφολιάτας μικρά, τετράγωνα
Χωνάκια από αλουμινόχαρτο
Εκτέλεση:
Τυλίγουμε τα φύλλα σφολιάτας γύρω από τα χωνάκια αλουμινόχαρτου. Τα τοποθετούμε σε ταψί, στο οποίο έχουμε στρώσει λαδόκολλα, και τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, έως ότου ροδίσουν ελαφρά. Τα αφήνουμε να κρυώσουν, αφαιρούμε προσεχτικά το αλουμινόχαρτο και τα γεμίζουμε εναλλάξ με γαρίδες, σολομό με μαγιονέζα, κρέμα τυριού με άνηθο και κρέμα βουτύρου με ζαμπόν και κόκκινο πιπέρι.