Από την Ισμήνη Χαρίλα

Όνειρα και όρια. Ένα μικρό λογοπαίγνιο, ένας αόρατος συμβολισμός και ανάμεσά τους ένα ατυχές παιχνίδι τύψεων και ενοχών για όλα αυτά που θα μπορούσαν να συμβούν και δεν συνέβησαν ποτέ, είτε από φόβο, είτε από ατολμία, είτε ενίοτε από τη συνειδητοποιημένη ή μη επιλογή του δρόμου της συναίνεσης και της υποχώρησης στην επιβολή των συνθηκών.

Ένα αέναο θέμα, ένας προβληματισμός που συναντάται σε κάθε εποχή, αλλά και κάθε κοινωνία και ο οποίος απασχολεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό κάθε άτομο σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής του. Όπως ακριβώς τριβελίζει και το μυαλό των πέντε ηρώων της γιαπωνέζας συγγραφέως Michiko Aoyama που βρίσκονται σε μια ετερόκλητη καμπή της προσωπικής τους διαδρομής, καλούνται να αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν και αποτελούν τους πρωταγωνιστές του έργου της «Η βιβλιοθήκη των κρυφών ονείρων» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και σε μετάφραση της Αγγελικής Τσέλιου.

Η αφήγηση ξεκινά με την ιστορία της Tomoka, μιας νεαρής κοπέλας ηλικίας εικοσιενός ετών που εργάζεται ως πωλήτρια στο τμήμα γυναικείων ρούχων ενός πολυκαταστήματος και η οποία επιθυμεί να βρει μια εργασία με καλύτερες προοπτικές που θα τη βοηθήσει να υλοποιήσει τα όνειρα που είχε, όταν μετακόμισε στην πρωτεύουσα από το χωριό όπου μεγάλωσε. Απογοητευμένη με την μέχρι τώρα εξέλιξή της, ελπίζει και προσπαθεί να πετύχει τους στόχους της, προκειμένου να βρει αυτά που αναζητά, αλλά και να πάψει να κρύβει την πραγματικότητα από την οικογένεια και τους φίλους της.

Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, η σκυτάλη παραδίδεται διαδοχικά στον τριανταπεντάχρονο Ryô – που εργάζεται ως λογιστής σ’ ένα εργοστάσιο επίπλων και ονειρεύεται να αποκτήσει τη δική του αντικερί – και στη συνέχεια στη σαραντάχρονη Natsumi που αγωνίζεται να συμβιβάσει τις απαιτήσεις της μητρότητας με την προσωπική της φιλοδοξία εξέλιξης στον χώρο των εκδόσεων.

Τις ιστορίες του Ryô και της Natsumi ακολουθούν εκείνες του τριαντάχρονου Hiroya – που έχει χάσει εντελώς την αυτοπεποίθησή του, εξαιτίας της ανεργίας του – και του εξηνταπεντάχρονου συνταξιούχου Masao – που θεωρεί ότι η σύνταξη σηματοδοτεί και το τέλος της ζωής του, επειδή δεν έχει ιδέα πώς να χρησιμοποιήσει τον διαθέσιμο χρόνο του.

Κοινός συνδετικός κρίκος όλων αυτών των άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, είναι μια βιβλιοθηκάριος, η Sayuri Komachi, που τους προτείνει τα βιβλία που τους βοηθούν να ανακαλύψουν διαφορετικές οπτικές και λύσεις στα προβλήματά τους. Όντας ανοίκεια μορφή, τουλάχιστον με τη συνειρμική αντιπαραβολή της εμπειρίας μιας διεκπεραιωτικής αντιμετώπισης από μια μερίδα συναδέλφων της, η Sayuri φαίνεται να αποτελεί μια ευτυχή εξαίρεση από τον κανόνα. Προς διευκόλυνση δε της αφήγησης, η συγγραφέας βασίζεται στη σουρεαλιστική γνώση της Sayuri για τα θέματα που ταλανίζουν τους επισκέπτες της βιβλιοθήκης, προκειμένου να της επιτρέψει να διατυπώσει τις απόψεις της μέσω των προτεινόμενων βιβλιογραφικών επιλογών της.

Αποφεύγοντας οποιαδήποτε ένταση, διαθέτει λοιπόν χώρο, αλλά και χρόνο στους ήρωες για να συνδιαλλαγούν με τον ίδιο τους τον εαυτό και να μεταστρέψουν την αρνητική οπτική τους σε θετική, μέσω της γνώσης που αντλούν από τα βιβλία, οδηγούμενοι τελικά στην προσωπική τους ανάπτυξη.

Με ρεαλιστικά και προσεκτικά βήματα αποτυπώνεται το σύγχρονο επαγγελματικό μωσαϊκό και η σπουδαιότητα της εργασίας σε κάθε ηλικιακή ομάδα. Και αυτή η προαναφερθείσα επιφυλακτικότητα διακρίνεται σε ολόκληρο το αφήγημα, αλλά και στη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών, αφού αποφεύγουν να υπερβούν τα εσκαμμένα και να διακινδυνεύσουν να θεωρηθούν ακραίοι.

Η δημιουργός αφήνει κατά συνέπεια την ιστορία να ξεδιπλωθεί και το βιβλίο να εκφράσει το δικό του νόημα, αφού «ο αναγνώστης συνδέει τις προτάσεις με τη δική του ζωή και αντλεί κάτι προσωπικό από αυτές, χωρίς καμία σύνδεση με τον αρχικό στόχο του συγγραφέα». Και εκεί ακριβώς, στο κέντρο του μυστηριακού χώρου μιας βιβλιοθήκης, αντικατοπτρίζεται ο συμβολισμός της σχέσης του αναγνώσματος με την απόδοση μιας ρεαλιστικής υπόστασης στο ίδιο το όνειρο. Διότι, όπως σχολιάζει η Aoyama «ένα Όνειρο δεν μπορεί να τελειώσει όσο υπάρχει. Θα παραμένει πάντοτε ένα υπέροχο όνειρο. Αλλά αν δεν το συνειδητοποιήσεις, είναι επίσης επιλογή ζωής. Γιατί το να ονειρεύεσαι χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο δεν είναι κακό. Σου επιτρέπει να απολαμβάνεις τη ζωή στο έπακρο».