Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

Ήταν δύσκολη εκείνη η χρονιά και ο βαρύς χειμώνας σε συνδυασμό με την οικονομική δυσπραγία της χώρας, είχαν εξαντλήσει τους πολίτες. Η ανεργία είχε χτυπήσει τις πόρτες των σπιτιών και ήταν πλέον πολλοί εκείνοι που πεινούσαν και κρύωναν. Ακόμα και αυτοί όμως που είχαν διατηρήσει την εργασία τους, όπως ο πατέρας του Χίλγκεμπερτ, δυσκολεύονταν να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα, αφού οι τιμές των προϊόντων είχαν εκτοξευθεί.

Ο Χίλγκεμπερτ παρατηρούσε από το παράθυρο του δωματίου του τους ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί και αγέλαστοι και αβίαστα αναγνώριζε στο βλέμμα τους την απόγνωση. Ήταν άλλωστε ένα βλέμμα που είχε και ο ίδιος για πολύ καιρό. Ένα βλέμμα που προερχόταν από άλλη αιτία, αλλά από την ίδια πηγή, αφού όταν πονά η ψυχή, το συναίσθημα είναι πάντοτε γνώριμο σε όσους το νιώθουν. Πόνος, θλίψη, παραίτηση και ιδίως υποταγή σε μια κατάσταση που μοιάζει αμετάβλητη και αιώνια.

Ναι, το γνώριζε καλά αυτό το συναίσθημα, αλλά εκείνος, ευτυχώς, χάρη στα βιβλία και τη ζωγραφική του, κατάφερε κατά κάποιον τρόπο να το προσπεράσει και να συνεχίσει να ζει δίχως μεν με την ελπίδα της αλλαγής, αλλά τουλάχιστον με την πολυτέλεια της διαφυγής σ’ έναν δικό του μαγικό κόσμο που του χάριζε την ηρεμία και τη γαλήνη.

«Υποφέρουν», συλλογιζόταν καθώς κοιτούσε τους ανθρώπους να περπατούν και η εικόνα τους έδινε τροφή στην έμπνευσή του και σε νέες πανέμορφες δημιουργίες.

Έτσι περνούσαν οι ημέρες και ενώ ο Χίλγκεμπερτ είχε διέξοδο, οι γονείς του αγωνιούσαν όλο και περισσότερο. Ιδίως η μητέρα του που αντίκριζε το μέλλον με φόβο, αφού – παρόλο που εκείνη και ο άνδρας της δεν αντιμετώπιζαν ακόμα προβλήματα υγείας – βρίσκονταν στο κατώφλι των γηρατειών. Η ιδέα του θανάτου τους και κυρίως οι συνέπειές του στην καθημερινότητα του Χίλγκεμπερτ, είχε κολλήσει στο μυαλό της και την τρομοκρατούσε.

«Κλεισμένος, όπως είναι εδώ μέσα, πώς θα ζήσει;» αναρωτιόταν. «Τα αδέλφια του θα τον συνδράμουν με όποιον τρόπο μπορούν, αλλά δεν είναι πλούσια και έχουν τις δικές τους οικογένειες. Αν τουλάχιστον μπορούσαμε εμείς να τον εξασφαλίσουμε οικονομικά… Αλλά πώς; Και ιδίως τώρα με όσα συμβαίνουν;»

Αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν τη μητέρα του Χίλγκεμπερτ κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί και η ανησυχία της την εμπόδιζε να παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Μόνο τα σχέδια του γιου της είχαν τη δύναμη να την γαληνέψουν και γι’ αυτό του ζητούσε συχνά να της τα δείξει.

Έτσι συνέβη και το βράδυ των Χριστουγέννων και ενώ κρατούσε στα χέρια της τις εικόνες, έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα της έξω από το παράθυρο, κοίταξε τον ουρανό και αναρωτήθηκε αν το ταλέντο του Χίλγκεμπερτ μπορούσε να λύσει το πρόβλημά τους. Δεν γνώριζε όμως κανέναν ζωγράφο που να πλούτισε εν ζωή και έτσι απέρριψε αυτοστιγμεί την προοπτική του ερωτήματός της.

Ήταν όμως το βράδυ των ευχών και τα αστέρια άκουσαν το παράπονο της μάνας για το παιδί της.

Το επόμενο πρωινό, ο Χίλγκεμπερτ καθόταν στο αμαξίδιό του και αράδιασε τα σχέδιά του επάνω στο γραφείο που βρισκόταν δίπλα από το παράθυρο, προσπαθώντας να ανασυνθέσει μια νέα ιστορία. Παρόλο δε που έκανε κρύο, είχε ανοίξει το παράθυρο για να αφήσει τον αέρα να ανανεώσει την ατμόσφαιρα του δωματίου. Άξαφνα όμως και δίχως να προλάβει να αντιδράσει, μια δυνατή ριπή ανέμου σκόρπισε τα χαρτιά του έξω από το παράθυρο.

Ο καημένος ο Χίλγκεμπερτ πανικοβλήθηκε και φώναξε τους γονείς και τα αδέλφια του που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο σαλόνι για να τον βοηθήσουν. Εκείνοι έτρεξαν κοντά του και μόλις τους εξήγησε τι είχε συμβεί, κατέβηκαν στον δρόμο για να περιμαζέψουν ό,τι μπορούσαν.

Ο Χίλγκεμπερτ και η μητέρα του παρέμειναν κολλημένοι στο παράθυρο και παρακολουθούσαν με αγωνία, ενώ ο αέρας κόπασε απότομα. Τα σχέδια έπεσαν στο πεζοδρόμιο και το οδόστρωμα και οι περαστικοί σταμάτησαν για να τα χαζέψουν. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς έσκυψαν και τα πήραν στα χέρια τους για να τα παρατηρήσουν καλύτερα και τότε αυθόρμητα ένα χαμόγελο φώτισε τα πρόσωπά τους, ζέστανε τις καρδιές τους αναγεννώντας την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και παράλληλα έδωσε υλική υπόσταση στην ευχή της μητέρας του Χίλγκεμπερτ, αφού ένας από τους περαστικούς ήταν ο διευθυντής της μεγαλύτερης εφημερίδας της χώρας.

«Οι άνθρωποι χρειάζονται την ομορφιά», είπε στον Χίλγκεμπερτ, όταν τον επισκέφθηκε λίγο αργότερα στο σπίτι του και του πρόσφερε μια μόνιμη θέση στην εφημερίδα. «Τα χρόνια που βάραινουν στους ώμους όλων μας, μάς στερούν συχνά το δώρο της φαντασίας και την ικανότητα να διακρίνουμε πέρα από το προφανές. Εσύ, όμως κατάφερες να την διατηρήσεις και έχεις το ταλέντο να θυμίζεις σε όλους μας όσα ξεχάσαμε. Με τη θέση που σου προσφέρω, θα έχεις τη δυνατότητα να αφηγείσαι με τα σχέδιά σου τις ιστορίες σου και εγώ θα τις διαδίδω στον κόσμο», συμπλήρωσε και έτσι ο Χίλγκεμπερτ έκανε το πρώτο βήμα που τον οδήγησε αρχικά στην εφημερίδα και μετέπειτα τον καθιέρωσε ως τον σημαντικότερο εικονογράφο της εποχής του.

Διότι, αν και ενήλικας, μήτε η ψυχή του είχε χάσει την παιδικότητα και την αθωότητά της, μήτε η φαντασία του τη δύναμη να μεταφέρεται σε παραμυθένιους ατραπούς. Σε μονοπάτια που είναι ορατά μονάχα στα παιδικά μάτια, αλλά είναι εκείνα που χαρίζουν σε όλους τους ανθρώπους τη γαλήνη και την ελπίδα και τους ταξιδεύουν σ’ έναν κόσμο παραμυθένιο, μαγικό, σουρεαλιστικό και, όπως πρέσβευε ο Λιμπρολστίκιν, έναν κόσμο που προσφέρει το όνειρο και την έκπληξη του θαύματος.

Αυτός ήταν λοιπόν ο κόσμος που δημιουργούσε με τις ζωγραφικές ιστορίες του ο Χίλγκεμπερτ και το δικό του παραμύθι βοήθησε τον Λιμπρολστίκιν να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανέθεσε ο Άγιος Βασίλης.

Τέλος

Συνταγή της Αμβροσίας: Πολύχρωμες Ευχές

Υλικά:

¼ μωβ λόλα

1 μαρούλι

2 παντζάρια

5 λιαστές ντομάτες

1 κίτρινο μήλο

Λίγα μύρτιλα

½ κούπα αμύγδαλο φιλέ (καβουρδισμένο)

Για τη σως

1 φλ. κ χυμό ροδιού

3 κ.σ. λάδι

1 ½ κ.σ. πικάντικη μουστάρδα

1 κ.σ. μέλι

1 κ.σ. κονιάκ

Εκτέλεση:

Πλένουμε τη λόλα και το μαρούλι και τα ψιλοκόβουμε. Ομοίως πλένουμε, βράζουμε τα παντζάρια και τα κόβουμε σε κύβους. Καθαρίζουμε το μήλο, το κόβουμε σε κύβους και ψιλοκόβουμε τις ντομάτες. Βάζουμε όλα τα υλικά σε μια σαλατιέρα, περιχύνουμε με τη σος (την οποία έχουμε ετοιμάσει ανακατεύοντας τα υλικά της) και ανακατεύουμε. Προσθέτουμε λίγα κρουτόν τυριού.