Γράφει ο Ερμής:

Έκανε πολύ κρύο εκείνο το πρωτοχρονιάτικο βράδυ και η μαμά ποντικίνα μετρούσε τα ξύλα που είχαν απομείνει στο καλάθι για τη σόμπα.

Ήταν ο τρίτος χρόνος που η χώρα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση και η ζωή τους διαρκώς δυσκόλευε.

«Κάποτε όλα ήταν όμορφα», συλλογιζόταν με νοσταλγία και αναπολούσε τις εορταστικές ημέρες στην έπαυλη όπου είχε τη φωλιά της. Εκεί γεννήθηκε και όταν απέκτησε τη δική της οικογένεια, δεν έφυγε, αλλά παρέμεινε σε μια γωνιά του κήπου κοντά στο μεγάλο υπόστεγο, όπου σπάνια πήγαινε κανείς και μόνο για να το καθαρίσει μια ή δυο φορές τον χρόνο. Ναι, είχε βολευτεί μια χαρά σε αυτό το σπίτι, όπου υπήρχε πάντοτε άφθονη τροφή και κανείς δεν αντιλαμβανόταν τις μικρές απώλειες από το κελάρι.

Γιατί η μαμά ποντικίνα έπρεπε να ταΐσει τα μικρά της και σε καμιά περίπτωση δεν θα κατέφευγε στην αναζήτηση των σκουπιδιών. Εκείνη είχε μεγαλώσει διαφορετικά, τρυπώνοντας καθημερινά στην έπαυλη και παρακολουθώντας την οικογένεια που κατοικούσε εκεί να γευματίζει σε όμορφα στρωμένα τραπέζια, να δίνει υπέροχες δεξιώσεις που μάγευαν τους καλεσμένους της και να πλημμυρίζει το σπίτι από τους ήχους θεσπέσιας μουσικής.

Επηρεασμένη επομένως από την οικογένεια, ήθελε να γαλουχήσει τα ποντικάκια της με ιδέες που διέφεραν από τις τετριμμένες των υπολοίπων ποντικών και να τους δείξει έναν νέο, διαφορετικό τρόπο ζωής. Όλα λοιπόν ήταν εύκολα μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος και η οικογένεια μετακόμισε σε μια άλλη χώρα του εξωτερικού, όπου ο πατριάρχης διατηρούσε το κέντρο των επιχειρήσεων του.

Μέσα σε μια νύχτα η έπαυλη που έσφυζε από ζωή, άδειασε από την ανθρώπινη παρουσία και οι ήχοι της μουσικής και του γέλιου αντικαταστάθηκαν από εκείνους των βομβαρδισμών και των κραυγών πόνου που ακούγονταν από κάθε γωνιά της πόλης, όπου οι κάτοικοι έχαναν τα σπίτια ή τους δικούς τους.

«Μην ανησυχείς», καθησύχαζε τη μαμά ποντικίνα ο άνδρας της. «Εμείς δεν κινδυνεύουμε. Ακόμα και αν κατεδαφιστεί το κτίριο, έχω σκάψει ένα λαγούμι από το οποίο θα βγούμε. Δεν θα μας συμβεί απολύτως τίποτα», της έλεγε, αλλά όσο κι αν εκείνη ήξερε ότι η δική της οικογένεια είχε τα μέσα για να επιβιώσει, δεν σταματούσε να λυπάται για όσα συνέβαιναν γύρω της.

«Δεν έχει σημασία η ποσότητα αλλά η ποιότητα της ζωής», θυμόταν τα λόγια της γιαγιάς της και στεναχωριόταν για την απώλεια της ομορφιάς και της χαράς. Από την στέγη της έπαυλης, όπου ανέβαινε, δίχως να φοβάται πια ότι θα την ανακαλύψει κάποιος από τους υπηρέτες, ατένιζε το αστικό τοπίο, όπου κάποτε δέσποζε η ομορφιά των κτιρίων που αποτελούσαν μοναδικά αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα. Τώρα αντίκριζε μονάχα ερείπια, κατεστραμμένα κτίσματα από όλμους, ενώ οι άλλοτε καθαροί και περιποιημένοι δρόμοι, είχαν γεμίσει σκουπίδια και τρωκτικά. Η δε απόκοσμη ησυχία βάρυνε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα και διόγκωνε την αίσθηση του φόβου.

«Όλα θα τελειώσουν σύντομα, μαμά. Θα το δεις. Θέμα χρόνου είναι», τη διαβεβαίωνε ο μεγάλος της γιος που λάτρευε να τρυπώνει στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει ιστορικά βιβλία.

Και η μαμά ποντικίνα ήξερε πως με τον έναν ή άλλο τρόπο ο πόλεμος θα τελείωνε. Η πόλη θα ξαναχτιζόταν και οι άνθρωποι θα έβρισκαν τους ρυθμούς τους. Το παρελθόν όμως και η ιστορία την είχαν διδάξει ότι η ζωή δεν θα ήταν ποτέ ίδια, γιατί το βίωμα του πόνου και της απώλειας είχε ανοίξει πληγές που θα αργούσαν πολύ να θεραπευθούν και χρειάζονταν ακόμα πολλά δάκρυα για να ξεπλύνουν τη λάσπη της οργής, της εκμετάλλευσης και της θλίψης. 

Συνταγή της Αμβροσίας: Το κέρασμα της μαμάς ποντικίνας

Υλικά:

10 μεγάλα μανταρίνια

1 κ. κουαντρό

1 ½ κ. τσικουδιά (άοσμη και δυνατή)

1 κούπα ζάχαρη

10 σπόροι τόνκα

Εκτέλεση:

Πλένουμε τα μανταρίνια και τα ξεφλουδίζουμε. Σπάζουμε τους σπόρους τόνκα και τους βάζουμε μαζί με τις φλούδες μανταρινιού σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Προσθέτουμε το κουαντρό, την τσικουδιά και τη ζάχαρη. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως, για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.