Γράφει ο Ερμής:
Ήταν άνοιξη όταν γεννήθηκαν τα τρία αλεπουδάκια. Μια όμορφη ημέρα του Απριλίου που η φύση γιόρταζε την ανθοφορία της και τα πουλιά καλωσόριζαν την αλλαγή της εποχής με το κελάιδισμά τους.
Όπως όλα τα αλεπουδάκια, όταν γεννιούνται, τις δυο πρώτες εβδομάδες ήταν τυφλά και βασίζονταν αποκλειστικά στη φροντίδα της μητέρας τους που περίμενε με αγωνία να περάσει ο καιρός και να έρθει το καλοκαίρι για να τα οδηγήσει έξω από τη φωλιά και να παίξει μαζί τους.
Και όντως οι ημέρες πέρασαν, τα αλεπουδάκια έκλεισαν τους δυο μήνες ζωής τους και καθώς ήταν πλέον έτοιμα να βγουν έξω από το προστατευτικό κουκούλι τους για να γνωρίσουν τον κόσμο, η μαμά τους τα οδήγησε ένα πρωινό έξω από τη φωλιά. Η όραση των δυο μικρών είχε ήδη αποκατασταθεί από την τρίτη εβδομάδα και παρόλο που οι δυνατές ακτίνες του ήλιου δυσκόλεψαν στην αρχή το βλέμμα τους, γρήγορα συνήθισαν στο φως και άρχισαν να τρέχουν ολόγυρα, να περιεργάζονται το τοπίο και να παίζουν.
Το τρίτο αλεπουδάκι όμως που δεν είχε ανακτήσει ακόμα την όρασή του, συνέχισε να μην βλέπει, παρόλη την προσπάθειά του.

Η μαμά αλεπού το παρατηρούσε σιωπηλά και ελπίζοντας ότι κάτι θα άλλαζε και ο φόβος της πως το μωρό της ήταν τυφλό δεν θα επιβεβαιωνόταν. Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα διέψευσε το όνειρο και η μαμά αλεπού συνειδητοποίησε ότι το μικρό της δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβιώσει μόνο του μέσα στο δάσος.
Τρομαγμένη και απελπισμένη, κατάφερε ωστόσο να διατηρήσει την ψυχραιμία της και καθησύχασε το αλεπουδάκι της λέγοντας του ότι θα βρει και εκείνο την όρασή του, αλλά λίγο αργότερα.
«Συμβαίνει κάποιες φορές, μικρό μου. Είναι φυσιολογικό», του είπε. «Πρέπει απλώς να είσαι υπομονετικό και όλα θα διορθωθούν».
Έτσι είπε και στα δυο άλλα μικρά της που, καθώς μεγάλωναν, ανέλαβαν να προστατεύουν τον αδελφό τους, μαζί με τη μαμά τους που ήταν άγρυπνος φρουρός και για τα τρία.
Ο καιρός περνούσε και καθώς το τρίτο αλεπουδάκι εξακολουθούσε να μην βλέπει, αποδέχτηκε την κατάσταση και έπαψε να ρωτά με αγωνία πότε θα έρθει το φως στη ζωή του.
Τα αδέλφια του, έτοιμα πλέον να επιβιώσουν μόνα τους στο δάσος, εγκατέλειψαν τη φωλιά και έτσι εκείνο έμεινε μόνο με τη μαμά του που το φρόντιζε και το αγαπούσε.
Οι εποχές διαδέχονταν η μια την άλλη και ήρθε κάποτε ένας βαρύς χειμώνας που πάγωσε την πλάση στο πέρασμά του. Το χιόνι κάλυψε τα δέντρα και τα λουλούδια και τα ζώα κρύφτηκαν στις φωλιές τους, προσπαθώντας να ζεσταθούν, ενώ η εύρεση τροφής γινόταν όλο και δυσκολότερη.

Η μαμά αλεπού μετρούσε με αγωνία τις ημέρες και παρόλο που είχε φροντίσει, όπως κάθε χειμώνα, να έχει προμήθειες, τώρα φοβόταν ότι, λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, θα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα.
Όντως, καθημερινά το στρώμα χιονιού γινόταν όλο και βαθύτερο και τα τρόφιμα που είχε αποθηκεύσει, άρχισαν να τελειώνουν, ώσπου έμειναν ελάχιστα.
«Κάτι πρέπει να κάνω», συλλογιζόταν ένα πρωινό η μαμά αλεπού, καθώς παρατηρούσε τις νιφάδες χιονιού να στροβιλίζονται στον αέρα. «Δεν μπορώ να αφήσω το αλεπουδάκι μου να πεινάσει. Η μοναδική λύση είναι να κατέβω στο διπλανό χωριό και να αρπάξω δυο – τρεις κότες από κάποιο κοτέτσι».
Η έφοδος σ’ ένα κοτέτσι ήταν πολύ επικίνδυνη και η μαμά αλεπού ήξερε πως υπήρχε το ενδεχόμενο να την κυνηγήσουν οι ιδιοκτήτες ή ακόμα και να την πυροβολήσουν. Δεν είχε όμως άλλη επιλογή, αν ήθελε να φροντίσει το παιδί της.
Το ίδιο κιόλας βράδυ, εξήγησε στο αλεπουδάκι της το σχέδιό της, του είπε να μην ξεμυτίσει από τη φωλιά και – οπλισμένη με θάρρος – ξεκίνησε για το χωριό. Παρόλο που η πορεία ήταν δύσκολη και τα ποδαράκια της χώνονταν βαθιά στο χιόνι, η προσήλωση στον στόχο της τη βοήθησε να τα καταφέρει και να φθάσει μέχρι το χωριό. Κάθισε λίγο στην κορυφή του λόφου για να ξεκουραστεί και έπειτα, έχοντας εντοπίσει ένα κοτέτσι στο κοντινότερο σπίτι, σύρθηκε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε μέχρι αυτό.

Σιγά – σιγά, έσκαψε ένα πέρασμα στο χώμα και μπήκε στο κοτέτσι, αρπάζοντας ταυτόχρονα δυο κότες που κοιμόντουσαν πλάι – πλάι. Ο πόνος που ένιωσαν και οι φωνές των τελευταίων ξύπνησαν τα υπόλοιπα πουλερικά που είδαν τον εισβολέα και προσπάθησαν να προστατευθούν με κάθε τρόπο.
Η μαμά αλεπού, έχοντας αρπάξει τη λεία της, βγήκε από το κοτέτσι και ανέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τον λόφο, προτού προλάβει να βγει έξω ο ιδιοκτήτης και την κυνηγήσει.
Κατάκοπη και, ενώ μια νέα χιονόπτωση δυσκόλευε την επιστροφή της, προχωρούσε επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις της. Κάθε βήμα όμως ήταν δυσκολότερο από το προηγούμενο, ιδίως με το φορτίο της που δεν ήταν διατεθειμένη να το εγκαταλείψει, ύστερα από το ρίσκο που είχε πάρει.
Τελικά, ύστερα από αρκετή ώρα, βρεγμένη και ταλαιπωρημένη, έφθασε στη φωλιά της, όπου την περίμενε το αλεπουδάκι της.
«Μαμά, ήρθες;» τη ρώτησε εκείνο με αγωνία.
«Ναι, μωρό μου, επέστρεψα, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη», απάντησε η μαμά αλεπουδίτσα και είπε στο μικρό της ότι έπρεπε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.

Το αλεπουδάκι ήσυχο πια, αφού η μαμά του ήταν κοντά του, κάθισε ήσυχο πλάι της, όσο εκείνη κοιμόταν.
Κάποια στιγμή όμως και ενώ είχαν περάσει πολλές ώρες, αποφάσισε να την ξυπνήσει.
«Μαμά, ξύπνα», της είπε, αλλά η μαμά του δεν άκουγε. «Μαμά», φώναξε δυνατότερα, σκουντώντας την με τη μουσουδίτσα του, αλλά εκείνη παρέμεινε ακίνητη και δίχως ζωή.
«Κάποτε όλα τα ζώα εγκαταλείπουμε το σώμα μας εδώ και ως πνεύματα φεύγουμε και πηγαίνουμε σ’ ένα άλλο μεγάλο δάσος, όπου είναι αιώνια καλοκαίρι και υπάρχει άφθονη τροφή», θυμήθηκε που του είχε πει κάποτε η μαμά του και συνειδητοποίησε ότι ήρθε η στιγμή που η μαμά του μεταφέρθηκε σε αυτό το υπέροχο μέρος.
Εκείνο όμως τι θα έκανε μόνο του; Γιατί δεν το πήρε μαζί της;
«Θέλω και εγώ να πάω σε αυτό το δάσος», συλλογίστηκε απογοητευμένο και κουλουριάστηκε δίπλα στο άψυχο σώμα της μαμάς του.
Δυο μήνες αργότερα, ο χειμώνας είχε φύγει και η άνοιξη πήρε πάλι τη θέση της στον θρόνο των εποχών. Τα χιόνια έλιωσαν, τα λουλούδια ξεμύτισαν τα κεφαλάκια τους μέσα από το χώμα, οι άνθρωποι άρχισαν να επισκέπτονται το δάσος και τα παιδιά έπαιζαν και αναζητούσαν νέες περιπέτειες τριγυρνώντας και ψάχνοντας τις φωλιές των ζώων.
Και έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρόμοιας αναζήτησης, μια παρέα αγοριών βρήκε τη φωλιά όπου το μικρό αλεπουδάκι άψυχο πια και εκείνο, αγκάλιαζε ακόμα τη μαμά του.
