Γράφει ο Ερμής:

Πριν πολλά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι προσπαθούσαν ακόμα να υπηρετήσουν τη δικαιοσύνη και την καλοσύνη, γεννήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι, η Καλλιμυθία, που γαλουχήθηκε με τις αξίες της ομορφιάς της Φύσης και της ελπίδας.

Πανέξυπνη, εργατική, διορατική και αρκετά θαρραλέα για να υποστηρίζει τις απόψεις της, η μικρούλα Καλλιμυθία, όταν μεγάλωσε, είχε δυο σημαντικά χαρακτηριστικά που για ορισμένους ήταν μεγάλα προτερήματα, ενώ για άλλους τρομερά ελαττώματα.

Το πρώτο ήταν αυτό που της χάρισε και το όνομά της, δηλαδή η ικανότητά της να εμπνέεται και να αφηγείται υπέροχα παραμύθια. Παραμύθια που μετέφεραν τους ακροατές τους στον λησμονημένο κόσμο της δημιουργικής φαντασίας, όπου η καλοσύνη νικούσε πάντοτε την κακία και η τελευταία αποδιδόταν με εκφραστικά μέσα που προκαλούσαν μεν την απόρριψή της, αλλά όχι τον τρόμο ή τον φόβο, όπως υποστήριζαν οι θιασώτες της νέας τάσης που διέγραφε ή μετάλλασσε την ιστορία και τις παραδόσεις σε μια προσπάθεια να ξαναγράψει το παρελθόν και να μανιπουλάρει εκείνους που αδυνατούσαν να απαλλαγούν από τα παρωπιδικά γυαλιά τους.

Το δεύτερο ήταν η ευγλωττία της και η ανικανότητά της να σιωπά μπροστά σε πράξεις ή καταστάσεις που θεωρούσε άδικες ή λανθασμένες. Δίχως ενδοιασμούς και με περισσή τόλμη καταδείκνυε ό,τι πίστευε πως έπρεπε να διορθωθεί ή να αλλάξει, ακόμα και αν οι υπεύθυνοι ήταν άτομα που είχαν τη δύναμη και την εξουσία για να τη φιμώσουν.

«Μην μιλάς, σιώπησε», τη νουθετούσε η φωνή στο μυαλό της, αλλά η Καλλιμυθία επέλεγε να ακολουθήσει την αντίθετη οδό, η οποία αν και ήταν νομικά επιτρεπτή, δεν ήταν αποδεκτή σε έναν κόσμο όπου έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η ισονομία, η αξιοκρατία και η ελευθερία ήταν διατυπωμένες στη θεωρία, αλλά δεν εφαρμόζονταν ποτέ στην πράξη.

Έτσι, ήρθε η στιγμή που, εκείνοι που ενοχλούνταν από την Καλλιμυθία και τις απόψεις της αποφάσισαν να της στερήσουν τον λόγο, εξαφανίζοντας την από το κοσμικό κάδρο.

Παρατηρητική και προορατική, η Καλλιμυθία αντιλήφθηκε εγκαίρως την πρόθεση των εχθρών της και δεν ξαφνιάστηκε. Λυπήθηκε μόνο γιατί είχε ακόμα πολλά παραμύθια που δεν πρόλαβε να αφηγηθεί και αυτή η σκέψη βάρυνε τον νου της το βράδυ της παραμονής του προδιαγραμμένου τέλους της και θάμπωσε τη λάμψη των αστεριών που τρύπωνε από τις γρίλιες του παραθύρου και φώτιζε το προσκεφάλι της.

Κουρασμένη, νικημένη και οργισμένη από την κυριαρχία της αδικίας, η Καλλιμυθία αφέθηκε λίγο πριν την αυγή στην αγκαλιά του Μορφέα, με την ελπίδα να την οδηγήσει για τελευταία φορά στον κόσμο των ονείρων. Και όντως ο τελευταίος, νουθετημένος από τις νεράιδες που προστάτευαν τον κόσμο των παραμυθιών, τη μετέφερε εκεί που δεν μπορούσε να την πειράξει ποτέ κανείς και η Καλλιμυθία ξύπνησε το επόμενο πρωινό σε ένα άλλο κρεβάτι και ένα δωμάτιο που αντίκριζε για πρώτη φορά στη ζωή της.

«Πού είμαι; Τι συνέβη;» αναρωτήθηκε και έτρεξε στο παράθυρο για να δει που βρίσκεται. Αντί όμως για το τσιμεντένιο κτίριο που έστεκε απέναντι από εκείνο που κατοικούσε η ίδια μέχρι το προηγούμενο βράδυ, είδε έναν υπέροχο λόφο με δέντρα, λουλούδια και γραφικά ξύλινα σπιτάκια.

Η Καλλιμυθία εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τι είχε συμβεί και η όψη του άγνωστου και του ανεξήγητου της προκάλεσε άξαφνα ένα αίσθημα φόβου.

«Πρέπει να ανακαλύψω πώς βρέθηκα εδώ», συλλογίστηκε και αφού φόρεσε τα ρούχα της που τα βρήκε κρεμασμένα και τακτοποιημένα στη ντουλάπα, βγήκε από το δωμάτιο για να εξερευνήσει το σπίτι που με την πρώτη ματιά της αποκάλυψε τη μικρή του έκταση αφού απέναντι από την πόρτα του υπνοδωματίου έστεκε ένα λουτρό και ο μικρός διάδρομος οδηγούσε σ’ έναν ανοιχτό χώρο καθιστικού και κουζίνας.

Η Καλλιμυθία προχώρησε προς τα εκεί και τότε ξαφνιάστηκε, αφού είδε μια νεράιδα να κάθεται στον καναπέ και να διαβάζει ένα βιβλίο.

«Α, ξύπνησες», της είπε εκείνη μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της. «Μη φοβάσαι», συνέχισε και της εξήγησε πως εκείνη και οι αδερφές της τη μετέφεραν στον λόφο των παραμυθιών, όταν έμαθαν τις κακές προθέσεις των ανθρώπων του περιβάλλοντός της.

«Θέλαμε να σε προστατέψουμε», είπε η νεράιδα και «κυρίως το χάρισμά σου να εμπνέεσαι παραμύθια».

«Και είναι τόσο σημαντικό να λέει κάποιος παραμύθια;» ρώτησε η Καλλιμυθία και η νεράιδα αποκρίθηκε.

«Φυσικά, μικρή μου. Έχεις το δώρο της φαντασίας και είσαι μια από τους ελάχιστους ανθρώπους που εξακολουθούν να αγαπούν τις παραμυθένιες μορφές. Ο λόφος των παραμυθιών που βρισκόμαστε, στέκει απέναντι από τους λόφους των ζωγράφων και των γλυπτών, αλλά και εκείνους των μουσικών, των λογοτεχνών και των ποιητών. Εσύ και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας που θα γνωρίσεις αργότερα, αφηγείστε τις ιστορίες που θα μεταλλαχθούν και θα μεταπλαστούν από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Έτσι η ομορφιά, η πραγματική ομορφιά που είναι απαλλαγμένη από ψιμύθια και υμνεί τις αρχές και τις αξίες που σήμερα ποδοπατούνται, θα συνεχίσει να υπάρχει και να φωτίζει το έρεβος του κόσμου που κάποιοι επέλεξαν να δημιουργήσουν και άλλοι αποδέχτηκαν να ζουν».

Η Καλλιμυθία, άκουγε εκστασιασμένη τη νεράιδα να της αναλύει τις λεπτομέρειες του νέου τρόπου ζωής της και όταν βγήκαν από το σπιτάκι και αντίκρισε την ομορφιά του τοπίου, κατάλαβε ότι, όχι μόνο δεν είχε χάσει, αλλά αντιθέτως είχε κερδίσει μια μοναδική ευκαιρία που οι πολέμιοί της δεν θα είχαν την τ΄ύχη να βιώσουν ποτέ.