Γράφει ο Ερμής:

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, αλλά ένα έντονο αίσθημα αγωνίας ανάμικτο με φόβο και λύπη για όσα είχαν χαθεί, δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι και στηριζόμενος στο μπαστούνι του, προχώρησε με μικρά βήματα προς το παράθυρο, όπου στην άκρη του εσωτερικού κουφώματος είχε σκάψει πριν από πολλά χρόνια μια κρύπτη και είχε προφυλάξει το μυστικό του.

Σίγουρος ότι η κυρία Λωρέτα, η γυναίκα που τον φρόντιζε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια κοιμόταν και δεν θα ερχόταν στο δωμάτιό του, ανασήκωσε προσεκτικά και αθόρυβα το ξύλο, έβγαλε ένα μπλε βελούδινο σακουλάκι, και αφαίρεσε μέσα από αυτό έναν μικρό ξύλινο κύβο.

Τον κράτησε στα χέρια του, κάθισε στην πολυθρόνα του και για άλλη μια φορά συλλογίστηκε τι έπρεπε να κάνει και σε ποιον να εμπιστευθεί αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι ξύλου που ενώ έμοιαζε τόσο ασήμαντο και ευτελές, στην πραγματικότητα κουβαλούσε μια από τις ωραιότερες ιστορίες που θα μπορούσε να ακούσει ή να φανταστεί κάποιος.

Ο ίδιος το είχε πάρει από τον πατέρα του που το είχε λάβει με τη σειρά του από τον δικό του πατέρα και η κληρονομιά αυτή περνούσε για πολλές δεκαετίες από γενιά σε γενιά, με την υποχρέωση και την ευθύνη της απόκρυψης και της προστασίας της ιστορίας του κύβου. Τώρα όμως, δεν υπήρχε η συνέχεια των γενεών και καθώς ο ίδιος ήταν ο τελευταίος εν ζωή απόγονος, το μυστικό κινδύνευε είτε να αποκαλυφθεί, είτε να χαθεί σε κάποια χωματερή, αφού ακόμα και αν έβρισκε κάποιος τον κύβο, δεν θα ήταν ικανός να αντιληφθεί τη μεγαλειώδη ιστορία του.

Μια ιστορία που, ενώ ήταν αληθινή, έμοιαζε με παραμύθι και συνέβη σε μια εποχή που τα αδύνατα ήταν δυνατά και αρκούσε απλώς να πιστέψει κάποιος στο όνειρο για να μπορέσει να το ζήσει.

Ο ήρωάς της ήταν ένας φτωχός υπάλληλος καπνοπωλείου που τα βράδια τού άρεσε να απομονώνεται στο μικρό εργαστήριο του καταστήματος και να κατασκευάζει από ξύλο ερείκης, κερασιάς ή σφενδάμου πίπες καπνού. Τις σκάλιζε διακοσμώντας τα κύπελλά τους με ανάγλυφα σχέδια και έπειτα τις έβαφε σε διάφορα χρώματα, προσπαθώντας να δημιουργεί κάθε φορά μια ξεχωριστή, μοναδική και πρωτότυπη πίπα.

Η δουλειά του στο καπνοπωλείο, τόσο το πρωί ως πωλητής όσο και το βράδυ ως κατασκευαστής, αποτελούσε ολόκληρη τη ζωή του, αφού ήταν ολομόναχος και δεν είχε κανέναν για να μοιραστεί τις σκέψεις, τους φόβους και τα όνειρά του. Μεγαλωμένος σε ορφανοτροφείο και επιφυλακτικός πάντοτε με τους ανθρώπους προτιμούσε λοιπόν τη συντροφιά της μοναξιάς του από τον κίνδυνο της προδοσίας και της εξαπάτησης.

Αν όμως εκείνος είχε επιλέξει ένα προστατευτικό κουκούλι, το πεπρωμένο είχε άλλα σχέδια για εκείνον και έτσι δεν άργησε η ημέρα που η ζωή του πήρε ένα διαφορετικό μονοπάτι.

Ήταν Απόκριες, όταν ο ιδιοκτήτης του καπνοπωλείου τον κάλεσε σε μια γιορτή στο σπίτι του.

«Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, θα συγκεντρωθούμε μερικοί φίλοι και γνωστοί για να γιορτάσουμε το καρναβάλι», είπε σ’ εκείνον και στους άλλους δυο υπαλλήλους του. «Φορέστε τις στολές σας και ελάτε να διασκεδάσουμε», συμπλήρωσε και ο ήρωας της ιστορίας, παρόλο που δεν είχε διάθεση, μήτε αγαπούσε ιδιαίτερα αυτήν τη γιορτή, δέχθηκε να παραβρεθεί, αποκλειστικά από υποχρέωση προς τον εργοδότη του.

Παρόλο που η πρόσκληση ήταν για την επόμενη εβδομάδα, εκείνος δεν είχε αρκετές ημέρες στη διάθεσή του για να προετοιμαστεί, αφού έπρεπε όχι μόνο να βρει τη στολή που θα φορούσε, αλλά και να την κατασκευάσει, αφού ο μικρός μισθός του δεν του επέτρεπε να σπαταλήσει χρήματα για να ζητήσει βοήθεια από κάποιον επαγγελματία ράφτη.

Το ίδιο βράδυ λοιπόν, αντί να κλειστεί, όπως συνήθιζε στο εργαστήρι, επέστρεψε στο δωμάτιο που νοίκιαζε σε μια μικρή πανσιόν και αναζήτησε στα πράγματά του κάποια υλικά ή ρούχα που θα τον βοηθούσαν να φτιάξει ένα αποκριάτικο κοστούμι. Δεν είχε όμως τίποτα κατάλληλο και έτσι απογοητευμένος, κατέβηκε στην τραπεζαρία για να δειπνήσει μαζί με τους υπόλοιπους ενοίκους.

Η ώρα κύλησε ήσυχα και λίγο αργότερα, ενώ ανέβαινε στο δωμάτιό του, είδε τη σπιτονοικοκυρά του να κρατά ένα καλάθι με ρετάλια από παλιά πολύχρωμα υφάσματα και τότε βρήκε απρόσμενα τη λύση στο πρόβλημά του.

Δίχως να χάσει καιρό, τη ρώτησε τι σκόπευε να κάνει με αυτά τα κομμάτια υφάσματος και όταν εκείνη του απάντησε ότι ήταν παλιά και θα τα πετούσε, της ζήτησε να του τα δώσει για να ράψει μια αποκριάτικη στολή.

«Είναι πολύχρωμα, ασύνδετα και μικρά κομμάτια υφάσματος. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρεις να φτιάξεις κάτι όμορφο, αλλά αφού τα θέλεις, μπορείς να τα πάρεις», αποκρίθηκε εκείνη και του έδωσε το καλάθι.

Ο ήρωας της ιστορίας, χαρούμενος, έτρεξε στο δωμάτιό του και τις επόμενες νύχτες έραψε μια πολύχρωμη ολόσωμη φόρμα που τη διακόσμησε μ’ έναν λευκό δαντελένιο γιακά, ίδιο με αυτόν που είχε δει κάποτε στο θέατρο να φορά η φιγούρα του Αρλεκίνου.

Το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, φόρεσε επομένως τη στολή του, ένα καπέλο και μια μάσκα ματιών που την είχε κατασκευάσει ο ίδιος χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι χαρτόνι και ζωγραφίζοντας σε αυτό σχέδια με χρωματιστά μολύβια που ταίριαζαν με τα ρετάλια που είχε συναρμολογήσει.

Ήλεγξε μια τελευταία φορά το είδωλό του στον καθρέφτη και νιώθοντας υπερήφανος για το αποτέλεσμα, ξεκίνησε για το σπίτι του αφεντικού του, αγνοώντας ότι αυτήν τη νύχτα είχε οριστεί η συνάντηση με  το πεπρωμένο του.

Συνεχίζεται……….