Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 1ο μέρος

Κόρη πλουσίου εμπόρου, καλο – κακομαθημένη, μοναχοκόρη και μονάκριβη, είχε συνηθίσει να έχει ό,τι επιθυμούσε και κανείς να μην αρνείται να ικανοποιήσει ακόμα και το μεγαλύτερο ή παράλογο αίτημά της.

Όμορφη σαν τα αστέρια, χαρούμενη σαν τον ήλιο, έξυπνη σαν το φεγγάρι και σκληρή σαν τον γρανίτη, διασκέδαζε, γελούσε, χόρευε και ζούσε ανέμελα στην πατρική στέγη, περιτριγυρισμένη από φίλους και οικείους που την προστάτευαν και την αγαπούσαν.

Το καρναβάλι την ενθουσίαζε και κάθε χρόνο περίμενε ανυπόμονα τις προσκλήσεις, ενώ φρόντιζε να φορέσει το καλύτερο και πιο ευφάνταστο κοστούμι για να ξεχωρίσει ανάμεσα στο πλήθος. Κάθε χορός και μια διαφορετική περσόνα, ένας διαφορετικός ρόλος που τον υιοθετούσε και τον ενσάρκωνε με μεγάλη μαεστρία, σαν να ήταν ηθοποιός.

Εκείνο το βράδυ, στη γιορτή του καπνοπώλη και παιδικού φίλου του πατέρα της, επέλεξε να μεταμορφωθεί σε σουμπρέτα. Μια ηρωίδα που της ταίριαζε γάντι, αφού η νιότη, το νάζι, η ομορφιά, η ευφυΐα, η πονηριά και η προθυμία της να συμμετέχει σε φάρσες για να γελά με τα παθήματα των άλλων, ήταν ιδιαίτερα γνωρίσματά της.

Φόρεσε λοιπόν μια παλιά στολή υπηρέτριας που ανακάλυψε στα μπαούλα της σοφίτας, κράτησε ένα μικρό φτερό ξεσκονίσματος και όλοι γέλασαν, όταν την αντίκρισαν, αφού εκείνη είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι με υπηρέτες που φρόντιζαν για την λάτρα και την τάξη του σπιτιού.

Δίχως πλουμίδια ή έτερα ψιμύθια, το απλό μαύρο φόρεμα με τις λευκές μανσέτες, η λευκή καλοσιδερωμένη ποδιά και ο λευκός κεφαλόδεσμος ανέδειξαν ωστόσο την ομορφιά του προσώπου της και όταν μπήκε στο σπίτι του καπνοπώλη, μαγνήτισε τα βλέμματα με την παρουσία της, επισκιάζοντας τα υπόλοιπα κορίτσια και προκαλώντας ένα σούσουρο και επιφωνήματα θαυμασμού που έκαναν ακόμα και τον αρλεκίνο, που στεκόταν σε μια γωνιά και συζητούσε με έναν μεσήλικα συνάδελφό του, να στρέψει το βλέμμα του προς εκείνη. Μια γρήγορη ματιά, μια φευγαλέα στιγμή και το πεπρωμένο τράβηξε από τον μαγικό καθρέφτη τον μανδύα του, αφού η όψη της σουμπρέτας εγκλώβισε αιώνια την καρδιά του φτωχού αρλεκίνου.

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, η σουμπρέτα χόρευε ασταμάτητα, ενώ ο αρλεκίνος παρακολουθούσε και αποτύπωνε νοερά κάθε κίνησή της και κάθε λέξη. Καθώς ήταν όμως δειλός και σεμνός, δεν τόλμησε ούτε μια φορά να της ζητήσει έναν χορό και η γιορτή τέλειωσε δίχως να έχει την ευκαιρία να την πλησιάσει.

Μάταια προσπάθησε τις επόμενες ημέρες να διαγράψει το πρόσωπό της από τη μνήμη του. Η μορφή της τον στοίχειωνε διαρκώς και έτσι, ένα βράδυ – αφού είχε φροντίσει να μάθει διακριτικά από τον εργοδότη του το όνομά της – τέλειωσε γρήγορα τη δουλειά του στο εργαστήρι και έπειτα πήγε και στάθηκε έξω από το σπίτι της, προσμένοντας να την δει έστω για μια τελευταία φορά. Είχαν περάσει ήδη δυο ώρες και, αφού δεν φαινόταν καμιά κίνηση στο σπίτι, ο αρλεκίνος αποφάσισε απογοητευμένος να φύγει. Τότε όμως η νεαρή σουμπρέτα επέστρεψε συνοδευμένη από τους γονείς της και εκείνος κρύφτηκε στη γωνιά του δρόμου και την παρακολούθησε μέχρι που μπήκε και διέκρινε τη σκιά της σ’ ένα από τα παράθυρα του ισογείου.

Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε και τα επόμενα βράδια και ο αρλεκίνος την περίμενε, δίχως να τολμήσει ποτέ να την πλησιάσει. Αφού πέρασε ακόμα ένας μήνας, βρήκε επιτέλους το θάρρος και άφησε κρυφά στο περβάζι του παραθύρου της ένα μικρό μπουκέτο με βιολέτες, χωρίς όμως κάποιο σημείωμα που να αναφέρει το όνομα ή τα στοιχεία του αποστολέα.

Διότι, αν και η καρδιά τον παρότρυνε να τολμήσει και να παλέψει για την αγάπη, το μυαλό τον επανέφερε στην πραγματικότητα, υπενθυμίζοντάς του την κοινωνική και οικονομική απόσταση που υπήρχε ανάμεσά τους. Έτσι, ο αρλεκίνος έμαθε ή αναγκάστηκε να καταπιέζει τα συναισθήματά του, συμβιβάστηκε με την όψη της αγαπημένης του που κρατούσε στα χέρια της το μπουκετάκι με τις βιολέτες και, αφού έκρυψε το μεγάλο μυστικό του, δούλευε όσο περισσότερο μπορούσε, προσπαθώντας να αυξήσει το εισόδημά του. Κάθε πρωί λοιπόν πήγαινε στο καπνοπωλείο, μετά κλεινόταν στο εργαστήρι και έπειτα έτρεχε στο σπίτι της σουμπρέτας του για να αφήσει το μπουκετάκι με τις βιολέτες.

Πέρασε ένας χρόνος και όταν έφθασε το καρναβάλι και ο εργοδότης του τον κάλεσε πάλι στο σπίτι του για να γιορτάσουν, ο αρλεκίνος, χάρη στη σκληρή δουλειά του, είχε βελτιώσει πολύ την οικονομική του κατάσταση και ήταν έτοιμος να αποκαλύψει στη σουμπρέτα του την ταυτότητα του άγνωστου αποστολέα των λουλουδιών. Δυστυχώς όμως κάποιες φορές, ο χρόνος τρέχει γρηγορότερα από όσο θα ήθελε κάποιος και η Μοίρα δρομολογεί αλλιώς τα σχέδιά της.

Συνεχίζεται….