Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

Υπάρχουν κάποιες φορές που δεν απομένει πλέον τίποτα. Τίποτα, εκτός από μια παγωμένη σκιά που παραμένει εκεί, μάρτυρας των ονείρων και της καταστροφής τους, συμπορευτής της πλάνης και της ανάγκης για ελπίδα. Μια φιγούρα, η οποία, ενώ δεν χτυπά, πληγώνει, ενώ δεν απαιτεί, εξουσιάζει, ενώ δεν κινείται, ωθεί στο απόλυτο σκοτάδι. Σ’ εκείνη τη γωνιά του ερέβους που φθάνουν, από τα βάθη των αιώνων, εκείνοι που ξέρουν από την αρχή τη ματαιότητα της προσδοκίας και οι οποίοι όταν τολμήσουν να ονειρευτούν κάποτε την ευτυχία και αγωνιστούν γι’ αυτήν, δέχονται πειθήνια την ήττα τους, αφού γνωρίζουν ότι σε αυτούς η Μοίρα δώρισε τη λύπη και το μαρτύριο μιας ζωής που άρχισε και τέλειωσε στο πρώτο κλάμα της γέννας.

Και ο φτωχός αρλεκίνος ήταν ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους, αντιπροσώπους της συγκεκριμένης ομάδας. Σε αυτούς που ξυπνούν το πρωί και προχωρούν διεκπεραιωτικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, συμβιβαζόμενοι και ισορροπώντας σ’ ένα τεντωμένο σχοινί που είναι έτοιμο να σπάσει ανά πάσα στιγμή και να τους ρίξει στην βαθύτερη άβυσσο από την οποία τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τους σώσει.

Εκείνο το βράδυ του καρναβαλιού ένιωθε ανάμικτα συναισθήματα φόβου από τη μια πλευρά για την αποκάλυψη της ταυτότητάς του ως αποστολέα των λουλουδιών και από την άλλη αδημονίας για την πολυπόθητη αποδοχή της αγάπης του από το αντικείμενο του πόθου του. Όμως, ενώ ήθελε να πιστέψει ότι η κατάσταση θα εξελισσόταν σύμφωνα με την επιθυμία του, το ένστικτο του χτυπούσε ένα προειδοποιητικό καμπανάκι ματαίωσης της επιθυμίας. Ένα καμπανάκι που ηχούσε έντονα στα αυτιά του και απέδειξε ότι το ένστικτό του είχε τελικά δίκιο, αφού το Πεπρωμένο έγραψε διαφορετικά την ιστορία και αποφάσισε ότι η σουμπρέτα δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια.  

Εκείνη, φορώντας μια στολή μαρκησίας, μπήκε στο σπίτι του καπνοπώλη, προκαλώντας ξανά ψιθύρους και επιφωνήματα θαυμασμού, αφού ήταν, όπως πάντα, πανέμορφη και ξεχωριστή ανάμεσα στις συνομήλικές της. Ο αρλεκίνος παρακολουθούσε μαγνητισμένος κάθε της κίνηση και προσπαθούσε μάταια να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να την πλησιάσει και να της μιλήσει, αφού η σουμπρέτα είτε χόρευε, είτε απολάμβανε την ομορφιά του κήπου, είτε συνομιλούσε με τους υπόλοιπους καλεσμένους, συνοδευόμενη διαρκώς από τον καβαλιέρο της.

Η ώρα κυλούσε γοργά και καθώς ο αρλεκίνος φοβήθηκε ότι θα έχανε την ευκαιρία του, αποφάσισε να πλησιάσει τη σουμπρέτα και να πετάξει στα πόδια της ένα μπουκετάκι με βιολέτες που είχε κρυμμένο στην τσέπη του.

«Αν το δει, θα καταλάβει», συλλογίστηκε, αφού ήξερε ότι εκείνη άνοιγε κάθε πρωί το παράθυρό της και μάζευε τα μπουκετάκια που της άφηνε. «Έτσι, θα είναι ευκολότερο και για εμένα, γιατί δεν θα χρειαστεί να μιλήσω και θα περιμένω τη δική της αντίδραση», μονολόγησε και αφού ζύγιασε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της απόφασής του, προχώρησε προς τη γωνιά της σάλας, όπου στεκόταν εκείνη.

Και τότε, ενώ ήταν έτοιμος να βγάλει από την τσέπη του τα λουλούδια, έμαθε την αλήθεια που θα έπρεπε να έχει ήδη υποψιαστεί.

«Ο Απρίλης είναι υπέροχος μήνας», άκουσε να λέει η σύζυγος του καπνοπώλη στη σουμπρέτα και τον συνοδό της. «Είναι θαυμάσια εποχή για τον γάμο σας», συμπλήρωσε και έπειτα συνέχισε με ερωτήσεις για την τελετή στις οποίες απαντούσε πρόθυμα το ζευγάρι.

Ο αρλεκίνος, στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ένιωσε να παγώνει ολόκληρος και ευτυχώς πρόλαβε να κρυφτεί σε μια γωνιά, προτού τον δει κάποιος και καταλάβει την απογοήτευση που είχε διαγραφεί στο πρόσωπό του.

Το όνειρό του τέλειωσε λοιπόν, προτού καν του δοθεί η ευκαιρία να μοιραστεί έστω την προσδοκία του και ένιωσε ανόητος και μηδαμινός, αφού συλλογίστηκε ότι όφειλε να αντιληφθεί από την αρχή τη ματαιότητα του σχεδίου του. Ήλπισε στο αδύνατο, σε ό,τι δεν του ανήκε και λησμόνησε ότι εκείνος είχε γεννηθεί για να ζει στη σκιά. Πώς φαντάστηκε επομένως ότι θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη της ιστορίας;

Ο νους επικράτησε της καρδιάς, και ο αρλεκίνος έκρυψε στο χαμόγελο την πικρία του, συναναστράφηκε τους συναδέλφους του και κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης βραδιάς τίμησε την εικόνα της ηρεμίας, της πραότητας και της ευγένειας που είχαν οι άλλοι για εκείνον, ενώ το μπουκέτο με τις βιολέτες παρέμεινε κρυμμένο στην τσέπη του.

Το επόμενο πρωινό, άυπνος και συλλογιζόμενος τα γεγονότα της χρονιάς που κύλησε, πήρε μια παράτολμη απόφαση η οποία, αν και δεν ταίριαζε με τον χαρακτήρα του, έμοιαζε να είναι η σωστότερη που είχε λάβει ποτέ. Και έτσι, με τη δύναμη του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν έχει πλέον τίποτα να κερδίσει, αλλά ούτε και να χάσει, κρύφτηκε στο σκοτάδι και άφησε το μπουκετάκι με τις βιολέτες στο παράθυρο της αγαπημένης του σουμπρέτας.  

Συνεχίζεται….