Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 3ο μέρος

Ο χρόνος πέρασε και κύλησε σαν την άμμο στην κλεψύδρα. Αδιάφορος για την πληγή που άνοιξε και τον πόνο που προκάλεσε. Ανάλγητος στα βουβά δάκρυα του φτωχού αρλεκίνου, κουφός στις σιωπηλές παρακλήσεις του, τυφλός στους προσεκτικούς και απαρατήρητους περιπάτους του στη γειτονιά της σουμπρέτας που παντρεύτηκε, δημιούργησε τη δική της οικογένεια, ωρίμασε και κράτησε από το νεανικό της παρελθόν μονάχα τα μπουκετάκια με τις βιολέτες.

Τέσσερα – πέντε μικρά μωβ λουλουδάκια δεμένα με μια ροζ κορδέλα που τα έβρισκε καθημερινά για πενήντα ολόκληρα χρόνια αρχικά στο περβάζι του παραθύρου της στο πατρικό της σπίτι και στη συνέχεια, όταν παντρεύτηκε και μετακόμισε, επάνω στο τραπέζι που βρισκόταν στο περίπτερο του κήπου, όπου συνήθιζε να απολαμβάνει μόνη τον πρωινό της καφέ, όταν έφευγε ο σύζυγός της για τη δουλειά του.

Ποτέ δεν έμαθε το όνομα του άγνωστου αποστολέα και παρόλο που από τη μια πλευρά ήταν περίεργη για την ταυτότητα του ανθρώπου που δεν σταμάτησε ούτε για μια ημέρα να της χαρίζει λουλούδια, από την άλλη φοβόταν την αποκάλυψη και τις συνέπειες που θα είχε στη ζωή της. Της αρκούσε επομένως να λαμβάνει αυτό το μικρό και αθώο δώρο και ευτυχώς κατάφερε να το κρατήσει κρυφό από όλους, αφού το περίπτερο του κήπου ήταν το δικό της προσωπικό ησυχαστήριο, όπου σπάνια έμπαινε κανείς και ποτέ αν δεν ήταν η ίδια παρούσα.

Κανείς, εκτός από τον αρλεκίνο που τρύπωνε μέσα στη νύχτα, προσέχοντας να μην γίνει αντιληπτός και άφηνε το μικρό δείγμα αγάπης και αφοσίωσης σε μια αγαπημένη μορφή που μήτε του ανήκε, μήτε θα τολμούσε ποτέ να διεκδικήσει. Και είναι αλήθεια ότι αν και η λογική του υπέδειξε πολλές φορές τη ματαιότητα της προσκόλλησής του, η καρδιά ήταν μόνιμος συμπαραστάτης στο ευγενές συναίσθημα που τον είχε κυκλώσει μέσα στη δίνη της ορμής του.

Ένα συναίσθημα που τροφοδοτούταν κυρίως από τη δύναμη της ανάμνησης και της πιθανότητας μιας διαφορετικής εξέλιξης της ζωής του στην περίπτωση που είχε τολμήσει να ενεργήσει εγκαίρως, δίχως να περιμένει και προλαμβάνοντας τον χρόνο. Η ιστορία όμως είχε διαγραφεί και πλέον απέμενε μόνο η μορφή της σουμπρέτας που ήταν χαραγμένη στη μνήμη του και σε ένα κομμάτι ξύλου, όπου ο ίδιος είχε σκαλίσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σαν ένα αιώνιο φυλαχτό που τον συντρόφευε στις δύσκολες στιγμές του. Μια μικρή πυρογραφία στην οποία μιλούσε και αποκάλυπτε τις πιο μύχιες σκέψεις του, ιδίως από τότε που ο εργοδότης του σταμάτησε να διοργανώνει τη γιορτή του καρναβαλιού και εκείνος δεν είχε πλέον την ευκαιρία να συναντήσει τη σουμπρέτα.

Το μπουκετάκι με τις βιολέτες ήταν επομένως η μοναδική παρηγοριά του και η μαρτυρία μιας αγνής και ατελέσφορης αγάπης που τον συντρόφευσε μέχρι το τέλος της ζωής του και πέρασε στην αιωνιότητα χάρη στον Έσπερο, το φωτεινό άστρο που αντιπροσωπεύει την καλοσύνη.

Ήξερε ο Έσπερος την ιστορία του αρλεκίνου και καθώς παρατηρούσε την πίστη και την προσήλωσή του, θεώρησε ότι όφειλε να κάνει κάτι για να περισωθεί η δύναμη της αγάπης.

Όταν έφθασε λοιπόν η μοιραία στιγμή που όρισε ο πανδαμάτωρ χρόνος και ο αρλεκίνος άφησε επάνω στο τραπεζάκι του περιπτέρου του κήπου το τελευταίο μπουκετάκι με τις βιολέτες, ο Έσπερος έριξε επάνω τους αστερόσκονη και εκείνες έλαμψαν και τα άνθη τους μεταμορφώθηκαν σε σκούρους μπλε κρυστάλλους με ασημένιους ιριδισμούς, ενώ η λεπτή ροζ κορδέλα με την οποία ήταν δεμένα συγκρατούνταν από δυο μικρά ολόλευκα περιστέρια.

Το επόμενο πρωινό που η σουμπρέτα βρήκε αυτό το μπουκετάκι παραξενεύτηκε και απόρησε, αλλά κατάλαβε την ανάγκη της άφθαρτης μορφής του, όταν τις ημέρες που ακολούθησαν δεν υπήρξε πλέον κανένα άνθος να την προσμένει.

Έκρυψε λοιπόν τις κρυστάλλινες βιολέτες και όταν ήρθε και η δική της στιγμή να απαρνηθεί τη γήινη υπόστασή της, ο Έσπερος ήταν πάλι παρών και αυτήν τη φορά σμίκρυνε το μπουκέτο των άνθεων και το έκρυψε μέσα σ’ έναν ξύλινο κύβο. Έναν κύβο που μπορούσε να ανοίξει μόνο τη νύχτα και υπό την προϋπόθεση ότι κάποιος θα τον κρατούσε με τα δυο δάχτυλα της καρδιάς και θα πίστευε στη δύναμη της αθάνατης αγάπης που χαρίζεται χωρίς να θέτει διλήμματα ή να επιζητά ανταλλάγματα για την ευτυχία που δωρίζει.

Επειδή όμως το μυστικό που έκρυβε ο κύβος ήταν μοναδικό και σπάνιο, έπρεπε να προφυλαχθεί από όποιον δεν θα μπορούσε να κατανοήσει τη σπουδαιότητα της ύπαρξής του και θα το περιγελούσε ή θα το κατέστρεφε με μια επιπόλαιη και άστοχη κίνησή του. Έτσι ο Έσπερος το εμπιστεύθηκε στην εγγονή της σουμπρέτας που τον ανακάλυψε τυχαία στην κρύπτη ενός σεκρετέρ μαζί με το ημερολόγιο της γιαγιάς της. Όσον αφορά δε τις λεπτομέρειες και την ταυτότητα του αρλεκίνου που δεν ήξερε η σουμπρέτα, αποκαλύφθηκαν στην εγγονή της από τον ίδιο τον Έσπερο κατά τη διάρκεια ενός ονείρου που ήταν τόσο αληθινό, ώστε να μην μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την πραγματική υπόσταση της ιστορίας.