Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ο Ευριπίδης, ο αρχαίος τραγικός, είχε σχολιάσει ότι ο χρόνος είναι εκείνος που δίνει όλες τις απαντήσεις και ο Ιάπωνας συγγραφέας Τοσικάζου Καβαγκούτσι βασίζεται στην αέναη σημασία του για να ξετυλίξει το νήμα της νουβέλας του «Πριν κρυώσει ο καφές» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος και σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.

Η ιστορία του προαναφερόμενου έργου, που είναι προσαρμογή ενός θεατρικού που έχει γράψει ο ίδιος ο Καβαγκούτσι, εξελίσσεται σ’ ένα καφέ στο Τόκιο, το Φουνικουλί Φουνικουλά που λειτουργεί περισσότερα από εκατό χρόνια και προσφέρει τη δυνατότητα στους πελάτες του να ταξιδέψουν στο παρελθόν.

Η ονομασία του καφέ οδηγεί συνειρμικά στο ομότιτλο Ναπολιτάνικο τραγούδι που γράφτηκε το 1880 για τα εγκαίνια του τελεφερίκ που ανέβαινε στον Βεζούβιο, ενώ οι ήρωες, τολμώντας ένα ταξίδι στον χρόνο, παραπέμπουν στο μυθιστόρημα του Χ. Τζ. Γουελς «Η μηχανή του χρόνου» του 1895.

Οι πρωταγωνιστές του έργου του Καβαγκούτσι έχουν λοιπόν την ευκαιρία να ξαναζήσουν μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους και να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες που τους ταλανίζουν, σεβόμενοι τρεις βασικές προϋποθέσεις, όπως να καθίσουν στην καρέκλα του χρόνου, να μην σηκωθούν από αυτήν και να επιστρέψουν στο παρόν, πριν κρυώσει ο καφές που τους έχει σερβιριστεί.

Ο αναγνώστης ακολουθεί επομένως μια ερωτευμένη κοπέλα που επιστρέφει στην τελευταία συνάντηση με τον εραστή της που έφυγε στο εξωτερικό, μια σύζυγο που ξαναβλέπει τον άνδρα της προτού αρρωστήσει με Αλτσχάιμερ και χάσει τη μνήμη του, δυο αδελφές που ξαναβρίσκονται πριν πεθάνει η μια εξ’ αυτών και μια μητέρα που βλέπει την κόρη που γέννησε και δεν είδε ποτέ να μεγαλώνει.

Το κείμενο κατακλύζεται από συμβολισμούς και χρησιμοποιεί το ταξίδι στον χρόνο ως αφετηρία εμβάθυνσης ποικίλων και σημαντικών θεμάτων, ενώ η αναδρομή στο παρελθόν επιτρέπει από τη μια πλευρά την ανάλυση και την κατανόηση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο μέλλον, ενώ από την άλλη την αυτοκριτική και την επικοινωνία με το βαθύτερο εγώ που συμβάλλει στην ερμηνεία των πράξεων και των συνεπειών τους, αλλά παράλληλα και στη μετάνοια για τα σφάλματα που έγιναν, ορμώμενα είτε από εγωισμό, είτε από εθελοτυφλία σε μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα.

Η αγωνία και η απορία για το μέλλον θέτουν το αναπάντητο ερώτημα για το δίλημμα της ευθύνης της επιλογής και της άβουλης υπακοής σ’ ένα πεπρωμένο που είναι αδύνατο να αλλάξει. Αν όμως το παρελθόν είναι αμετάβλητο, τότε ένα ταξίδι σε αυτό και η εύστοχη παρατήρηση μιας λεπτομέρειας, όσο ασήμαντης κι αν είναι, σε συνδυασμό με την αβίαστη έκφραση ενός συναισθήματος, δύνανται κάλλιστα να αλλάξουν το μέλλον.

Όταν λοιπόν ο συγγραφέας ρωτά τον αναγνώστη «Τι θα άλλαζες αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο παρελθόν; Και κυρίως, ποιον θα ήθελες να συναντήσεις, ίσως για μία τελευταία φορά;» προκαλεί ουσιαστικά μια συλλογιστική αναδρομή και επανεξέταση των δράσεων και των συμβάντων που καθόρισαν το παρόν. Αν όμως αποδεχθεί κανείς την άποψη ότι το σήμερα είναι το χθες του αύριο, τότε συνεπάγεται ότι όλα μπορούν κάποια στιγμή να αλλάξουν και ό,τι θεωρείται τετελεσμένο, μπορεί δυνητικά να αναιρεθεί και να ανατραπεί.

Ένα άλλο σημαντικό και χαρακτηριστικό στοιχείο της εν λόγω νουβέλας είναι οι σύντομοι διάλογοι και η θεατρικότητά της που εκρέουν από τη θεατρική εμπειρία του ίδιου του δημιουργού και οι οποίες χαρίζουν στο ανάγνωσμα μια γρήγορη ροή και μια αίσθηση εγγύτητας και οπτικοποίησης των τεκταινομένων.

Το «Πριν κρυώσει ο καφές» είναι επομένως ένα παιχνίδι της μνήμης και του χρόνου και ο τελευταίος μοιάζει να είναι πάντοτε ο ισχυρότερος ή αποδεικνύει τουλάχιστον αυτό που πρέσβευε ο Τ. Σ. Έλιοτ, δηλαδή «Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών, ίσως και οι δυο σε χρόνο μέλλοντα και ο μέλλων χρόνος έγκλειστος σε χρόνο παρελθόντα».