Γράφει ο Ερμής:
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στον νεραϊδόκοσμο, μια νεράιδα που δεν έμοιαζε καθόλου με το πρότυπο που έχουν οι άνθρωποι για τις μυθικές αυτές μορφές.
Δεν ήταν μήτε νέα, μήτε ψηλή, μήτε πανέμορφη, μήτε κατάξανθη, μήτε είχε μέση δαχτυλίδι. Αντιθέτως, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, μετρίου ύψους, στρουμπουλή, με μακριά ολόλευκα μαλλιά που στερέωνε ψηλά στο κεφάλι της σε έναν καλοχτενισμένο κότσο και δυο όμορφα αμυγδαλωτά πράσινα μάτια που φώτιζαν τα ροδαλά της μάγουλα, ενώ συνάμα μαρτυρούσαν με το αδιάκοπο παίξιμό τους, την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη της.
Εργατική και αεικίνητη, η νεράιδα της ιστορίας, είχε αναλάβει ένα δύσκολο και μεγάλο έργο, που δεν ήταν άλλο από τη λήθη του πόνου και την πίστη στην πιθανότητα μιας νέας ευκαιρίας για ευτυχία.
Μιμούμενη τους μεγάλους παραμυθάδες, η «Μια φορά κι έναν καιρό», ή «Μιφικί», όπως την αποκαλούσαν εν συντομία οι υπόλοιπες νεράιδες, εντόπιζε, με τη βοήθεια των πουλιών του ουρανού που ταξίδευαν σε όλον τον κόσμο, τους ανθρώπους που υπέφεραν και τους βοηθούσε, γράφοντας την ιστορία τους σαν να αφηγούταν ένα παραμύθι.
«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος που …», ξεκινούσε πάντοτε τη διήγησή της, και καθώς ξετύλιγε το νήμα των γεγονότων, οι ήρωες, οι τόποι και οι ημερομηνίες αποκτούσαν μια άυλη υπόσταση, λες και δεν είχαν συμβεί ποτέ ή μάλλον είχαν συμβεί σε μια άλλη εποχή, σε ανθρώπους που κανείς δεν ήξερε αν ήταν υπαρκτοί ή όχι και σε μέρη φανταστικά που κανείς δεν είχε επισκεφθεί, μήτε και μπορούσε να εντοπίσει το στίγμα τους στον χάρτη.
Η Μιφικί ασκούσε πολλά χρόνια το λειτούργημά της και παρόλο που ο όγκος εκείνων που έπρεπε να βοηθήσει, αυξανόταν καθημερινά, εκείνη όχι μόνο δεν παραπονιόταν, αλλά προσπαθούσε διαρκώς για το καλύτερο αποτέλεσμα και ένιωθε υπερηφάνεια, αλλά και αγαλλίαση κάθε φορά που λάμβανε τα αποτελέσματα της απόδοσής της στην τριμηνιαία αξιολόγηση των νεράιδων.
«Η μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι να βλέπεις τους ανθρώπους που πόνεσαν και πληγώθηκαν, να πιστεύουν ξανά στο θαύμα της ζωής και να ελπίζουν σ’ ένα καλύτερο μέλλον», υπενθύμιζε στον εαυτό της και κοιμόταν ήρεμη και ξένοιαστη τα βράδια, αφού ποτέ δεν είχε παρεκκλίνει του στόχου της.

Ήρθε όμως κάποτε η στιγμή που γνώρισε και η Μιφικί την αποτυχία, αφού παρέλειψε να διηγηθεί μια ιστορία και έτσι ο πρωταγωνιστής της βυθίστηκε στο τέλμα της θλίψης και της απογοήτευσης.
«Δεν είναι δυνατόν», αντέδρασε η Μιφικί, όταν της ανακοίνωσε τα αποτελέσματα η αρχηγός των νεραϊδών. «Εγώ δεν ξέχασα ποτέ κανέναν. Πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος», συμπλήρωσε, αλλά σταμάτησε να εμμένει στην αθωότητά της, όταν αντίκρισε την εικόνα της στον μεγάλο καθρέφτη του παρελθόντος που της θύμισε τα γεγονότα.
Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ όταν συνέβησαν όλα. Η Μιφικί, παρόλο που υπέφερε από ένα κρυολόγημα, συνέχισε να εργάζεται προσπαθώντας να καταπολεμήσει τον πονοκέφαλο και το συνάχι της με εισπνοές ευκαλύπτου και ζεστό ρόφημα τσαγιού και μέντας. Τα μάτια της βάραιναν από την υπνηλία, η μύτη της ήταν πρησμένη και κατακόκκινη, αλλά εκείνη επέμενε να γράφει και να αφηγείται τις ιστορίες των ανθρώπων που είχε στη λίστα της. «Λίγο ακόμα και μετά θα κοιμηθώ και το πρωί θα είμαι καλύτερα», συλλογιζόταν, ενώ έπινε μια γουλιά από το ρόφημά της, αλλά ο εξασθενημένος οργανισμός της δεν της επέτρεψε να συνεχίσει. Έτσι, μόλις ολοκλήρωσε την προτελευταία ιστορία της, πήγε στο δωμάτιό της, ξάπλωσε στο κρεβάτι της και αποκοιμήθηκε.
Όταν ξύπνησε, τα συμπτώματα του κρυολογήματός της είχαν μεν μετριαστεί, αλλά καθώς ένιωθε ακόμα κουρασμένη, αποφάσισε να παραμείνει κλινήρης και να επιτρέψει στον εαυτό της να αναρρώσει και να ανακάμψει.
Δυο ημέρες αργότερα ήταν πλέον υγιής και έτοιμη να αναλάβει και πάλι τα καθήκοντά της. Προσεκτικά, συγκέντρωσε από το ταχυδρομικό κουτί που βρισκόταν στην είσοδο του σπιτιού της, τα ονόματα και τις ιστορίες που της είχαν αφήσει τα πουλιά του ουρανού και κατευθύνθηκε στο γραφείο της.
Και τότε συνέβη το μοιραίο λάθος, αφού καθώς μάζεψε και πέταξε στα σκουπίδια τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, πέταξε μαζί τους και τα στοιχεία της τελευταίας ιστορίας που δεν είχε προλάβει να διηγηθεί το βράδυ που ήταν άρρωστη και την ύπαρξη της οποίας είχε λησμονήσει εντελώς.

Συνεχίζεται…………..