Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 1ο μέρος
Η Μιφικί έφυγε συντετριμμένη από τη συνάντησή της με την αρχηγό των νεραϊδών. Επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά δεν μπορούσε ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί, ούτε να εργαστεί, επειδή ήταν πολύ στενοχωρημένη για το λάθος της.
Ήθελε να βρει τον τρόπο για να το διορθώσει, αλλά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει ή ποιον έπρεπε να συμβουλευθεί.
Το επόμενο πρωινό πήγε στη βιβλιοθήκη και αναζήτησε κάποια σχετική αναφορά στο μεγάλο εγχειρίδιο των νεραϊδένιων αποστολών, αλλά δεν υπήρχε κανένα παρόμοιο καταγεγραμμένο περιστατικό.
«Είναι δυνατόν; Στο βάθος των αιώνων, να είμαι η μοναδική που έκανε τέτοιο λάθος; Είμαι λοιπόν τόσο αναποτελεσματική και ανάξια για την εκτέλεση των καθηκόντων μου;» συλλογίστηκε λυπημένη η Μιφικί και αφού οι προσπάθειές της να βρει λύση απέβησαν άκαρπες, αποφάσισε να απευθυνθεί στην αρχηγό των νεραϊδών.
«Εκείνη θα μπορεί να με καθοδηγήσει», μονολόγησε και δίχως να χάσει χρόνο , πήγε στο κέντρο αποστολών και ζήτησε έκτακτη ακρόαση.
Παρόλο που το πρόγραμμά της ήταν ιδιαίτερα φορτωμένο εκείνη την ημέρα, η αρχηγός δέχτηκε να τη δει και η Μιφικί της εξήγησε σύντομα και περιεκτικά το θέμα που την απασχολούσε.
«Η επιθυμία σου να διορθώσεις το σφάλμα σου, αποδεικνύει τη συνέπεια και την ευθύνη που σε διακρίνει, Μιφικί», αποκρίθηκε η αρχηγός των νεραϊδών. «Όμως δεν πρέπει να εγκαταλείψεις τα καθημερινά σου καθήκοντα για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που χρειάζονται τη βοήθειά σου και οφείλεις να συνεχίσεις απρόσκοπτα το έργο σου».
«Δεν έχω σκοπό να αμελήσω τις υποχρεώσεις μου. Θέλω όμως να διορθώσω και ό,τι χάλασε εξαιτίας μου», αντέτεινε η Μιφικί και καθώς έδειχνε αποφασισμένη να επιτύχει τον στόχο της, η αρχηγός της είπε.
«Καλώς. Θα σου επιτρέψω να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου σου. Όντως, στο μεγάλο εγχειρίδιο των νεραϊδένιων αποστολών δεν καταγράφονται οι αστοχίες που έχουν συμβεί στο βάθος των ετών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Απλώς, ήταν επιλογή των προγόνων μας να διαγράφουν από τη μνήμη τα σφάλματα, θεωρώντας ότι υπερθεματίζοντας τα θετικά, ξορκίζουν την αποτυχία.
Τέλος πάντων. Για να είμαι ειλικρινής ούτε και εγώ ξέρω ακριβώς τι πρέπει να κάνεις. Θα σου πρότεινα όμως να συμβουλευθείς τη γριά κουκουβάγια που κατοικεί στο μεγάλο δέντρο στους πρόποδες του λόφου. Εκείνη ζει περισσότερα από τετρακόσια χρόνια και είμαι σίγουρη ότι χάρη στις γνώσεις και την εμπειρία της, θα μπορέσει να σε καθοδηγήσει».
Η Μιφικί ευχαρίστησε την αρχηγό και έφυγε κρατώντας στην καρδιά της μια μικρή ελπίδα για τη λύση του προβλήματός της. Την υπόλοιπη ημέρα εργάστηκε υπεύθυνα και μεθοδικά και όταν τέλειωσε τις υποθέσεις που της είχαν ανατεθεί, είχε πια βραδιάσει.

Κρέμασε λοιπόν στην πλάτη της ένα μικρό σακίδιο, όπου έβαλε δυο παγούρια με νερό, μερικά αποξηραμένα φρούτα, ξηρούς καρπούς και μπισκότα σοκολάτας που τα λάτρευε, άναψε ένα φανάρι, πήρε και το μπαστούνι πεζοπορίας της και ξεκίνησε να βρει τη γριά κουκουβάγια.
Παρόλο που η απόσταση ανάμεσα στο σπίτι της και το μεγάλο δέντρο στους πρόποδες του λόφου ήταν μόνο τέσσερα χιλιόμετρα, η Μιφικί, λόγω της ηλικίας της που βάραινε στους ώμους της περισσότερο από μισό αιώνα ζωής, αναγκάστηκε να σταματήσει δυο φορές για να ξεκουραστεί και να ανακτήσει τις δυνάμεις της μασουλώντας κάποια λιχουδιά από το σακίδιό της.
Τελικά, ύστερα από μιάμιση ώρα κατάφερε να φθάσει επιτέλους μπροστά στο μεγάλο δέντρο. Η κουκουβάγια στεκόταν στην είσοδο της φωλιάς της και όταν αντίκρισε τη Μιφικί, είπε.
«Άργησες. Σε περίμενα νωρίτερα».
«Ήξερες πως θα έρθω;» ρώτησε απορημένη η Μιφικί.
«Φυσικά. Εγώ ξέρω όλα όσα συμβαίνουν στο δάσος, αλλά και στον κόσμο. Εξάλλου γι’ αυτό δεν ήρθες εδώ; Για να σου αποκαλύψω αυτά που δεν μπορεί κανείς άλλος;»
«Ναι, είναι αλήθεια», αποκρίθηκε η Μιφικί. «Λοιπόν; Αφού ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά μου, θα μου πεις ποια είναι και η λύση του;»
«Χμ. Θα σου πω, αλλά δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να ανταποκριθείς».
«Γιατί; Είναι τόσο δύσκολο αυτό που πρέπει να κάνω;»
«Όχι, αλλά πρέπει να πας σε δυο – τρία σημεία και όταν σκέφτομαι ότι έκανες τον διπλάσιο χρόνο απ’ ό,τι απαιτούταν για να φθάσεις στη φωλιά μου, αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρεις».
«Θα τα καταφέρω. Το υπόσχομαι», απάντησε με αποφασιστικό ύφος η Μιφικί και η κουκουβάγια, αφού την περιεργάστηκε προσεκτικά για ένα λεπτό, αποκρίθηκε.
«Έστω. Αλλά πρώτα πρέπει να σου διηγηθώ μια ιστορία».

Συνεχίζεται…………..