Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

«Θεωρητικά, όταν γεννιέται ένα μωρό, κουβαλά μαζί του το φως, το γέλιο και τη χαρά», άρχισε την αφήγησή της η γριά κουκουβάγια. «Στην πραγματικότητα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο για όλα τα μωρά. Υπάρχουν ορισμένα που γεννιούνται, δίχως κανένας να τα θέλει, να τα προσμένει και κυρίως να τα αγαπά. Όπως και ο άνθρωπος για τον οποίο ήρθες απόψε να με ρωτήσεις», συμπλήρωσε, κοιτάζοντας με αυστηρό ύφος τη Μιφικί που, κατάκοπη από την πεζοπορία, είχε καθίσει επάνω σε μια μεγάλη πέτρα.

«Ως νεογέννητο», συνέχισε η κουκούβάγια, «πρωτοήρθε στον κόσμο, κουβαλώντας το σκοτάδι του πατέρα του και βυθίζοντας, άθελά του, στο έρεβος την ψυχή της μάνας του που δεν άντεξε ούτε καν να το αντικρίσει και ξεψύχησε προτού προλάβει να το ακουμπήσει ο γιατρός στην αγκαλιά της, λες και ήταν μια φοβερή απειλή από την οποία ήθελε να ξεφύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και με όποιον τρόπο μπορούσε.

Η εγκατάλειψη και η μοναξιά ήταν λοιπόν τα δώρα που το πεπρωμένο επέλεξε να χαρίσει σε αυτό το μωρό και παράλληλα μια αιώνια καταδίκη στη σιωπή, αφού, από πολύ νωρίς και καθώς μεγάλωνε ο μικρός ήρωας της ιστορίας μας, ένιωσε τις πικρές συνέπειες της προδοσίας και της χλεύης για ένα παρελθόν που σαφώς του κληροδοτήθηκε, αλλά δεν είχε δημιουργήσει.

Μοναδική του παρηγοριά, όλα τα χρόνια που πέρασε σ’ ένα ορφανοτροφείο, όπου οι υπεύθυνοι αρέσκονταν να κακοποιούν και να εκμεταλλεύονται τα παιδιά που τους είχαν εμπιστευθεί, ήταν το κελαίδημα των πουλιών που του κρατούσαν συντροφιά και του έμαθαν να ελπίζει πως ίσως κάποτε η κατάσταση να άλλαζε και η Μοίρα να του δώριζε, αν όχι την ευτυχία, τουλάχιστον την ηρεμία και τη γαλήνη.

Κύλησε επομένως ο χρόνος και το μωρό έγινε παιδί και έπειτα άνδρας, αλλά όσο κι αν προσπαθούσε και πάλευε για την πολυπόθητη θετική αλλαγή, τα προβλήματα δεν σταματούσαν ποτέ και κάθε φορά που ένιωθε ότι ίσως βρισκόταν κοντά στον στόχο του, ένα νέο εμπόδιο εμφανιζόταν μπροστά του και ανέκοπτε τα σχέδιά του.

Είχε αδειάσει ήδη η μισή ποσότητα από την άμμο στην κλεψύδρα της ζωής του, ίσως και περισσότερη, όταν ένα από τα πουλιά – αγγελιαφόρους που παρακολουθούν τους ανθρώπους και σου μεταφέρουν τις ιστορίες τους, παρατήρησε την θλίψη και τον πόνο του. Και διαβλέποντας ότι δεν είχε πλέον μήτε την αντοχή, μήτε το σθένος, αλλά κυρίως το κίνητρο για να αγωνιστεί, αποφάσισε να αφήσει στο γραμματοκιβώτιό σου το όνομά και την ιστορία του για να τη διηγηθείς και να του δώσεις εσύ μια δεύτερη ευκαιρία που ουσιαστικά θα ήταν η πρώτη. Εσύ όμως πέταξες το χαρτί και παρέδωσες αυτόν τον άνθρωπο στο σκότος και την απελπισία».

Η Μιφικί άκουγε σιωπηλή τις εξηγήσεις της κουκουβάγιας και από τη μια πλευρά ένιωθε ένοχη για το λάθος της, ενώ από την άλλη ήλπιζε να υπήρχε ακόμα ο χρόνος και κυρίως ο τρόπος για να το διορθώσει.

«Λυπάμαι πολύ», είπε στην κουκουβάγια. «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι μια απροσεξία, που δεν κατάλαβα καν ότι συνέβη, θα είχε τέτοια αποτελέσματα. Θέλω όμως να κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο και κυρίως προτού να είναι πολύ αργά».

«Ναι, το ξέρω», αποκρίθηκε η κουκουβάγια. «Πιστεύω ότι έχεις καλές προθέσεις, αλλά αμφιβάλλω αν η σωματική σου κατάσταση θα σου επιτρέψει να πραγματοποιήσεις την αποστολή σου».

«Γιατί; Επειδή δεν είμαι πολύ νέα;», ρώτησε η Μιφικί, ελαφρώς προσβεβλημένη.

«Και γι’ αυτό, αλλά και για το ένα και μοναδικό σου ελάττωμα, δηλαδή τη λαιμαργία σου. Διότι, εκτός από άλλα σημεία της πορείας που θα σου εξηγήσω αργότερα, πρέπει να φθάσεις στην κορυφή του λόφου. Για μια διαδρομή μιας ώρας μέχρι τη φωλιά μου, κουβάλησες μαζί σου ένα σακίδιο γεμάτο με ξηρά τροφή και έχεις ήδη καταναλώσει το ένα τρίτο αυτής. Πώς θα καταφέρεις να φθάσεις μέχρι εκεί επάνω;»

«Θα τα καταφέρω», απάντησε πεισμωμένα η Μιφικί. «Πες μου μόνο τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσω, και τα υπόλοιπα είναι δική μου δουλειά. Και δεν τρώω τις λιχουδιές μου, επειδή είμαι λαίμαργη, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να στερώ από το στομάχι μου την ικανοποίηση της πείνας».

Συνεχίζεται…………..