Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 3ο μέρος

Όταν η Μιφικί επέστρεψε στο σπίτι της, ο ήλιος αποχαιρετούσε τη φίλη του, τη Σελήνη και έπαιρνε τη θέση της στον ουρανό που σιγά – σιγά λάμπρυνε από το γλυκό χρυσαφένιο άγγιγμα.

Η Μιφικί γύρισε γρήγορα το κλειδί στην εξώπορτα και, κατάκοπη καθώς ήταν, μπήκε στο σπίτι της και κάθισε αμέσως στην αγαπημένη της πολυθρόνα που βρισκόταν στο σαλόνι, δίπλα από το παράθυρο, για να ξεκουραστεί.

Ο νους της έτρεχε στις πληροφορίες που της είχε δώσει η γριά κουκουβάγια και προσπαθούσε να τις ταξινομήσει για να μην τις ξεχάσει. Ήταν όμως τόσο μεγάλος ο όγκος των λεπτομερειών που έπρεπε να θυμηθεί, που αποφάσισε να τις γράψει. Έτσι, πήγε στο γραφείο της, άνοιξε το γαλάζιο σημειωματάριό της και κατέγραψε όλα τα σημαντικά σημεία και κυρίως τις κακοτοπιές που έπρεπε να προσέξει.

Ύστερα, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και, ανανεωμένη, πήγε στην αρχηγό των νεραϊδών για να την ενημερώσει για όσα διαδραματίστηκαν την προηγούμενη νύχτα και να της ζητήσει την άδεια να απουσιάσει για μερικές ημέρες, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή της και να διορθώσει επιτέλους το σφάλμα της.

«Μια εβδομάδα, είπε η κουκουβάγια. Μια εβδομάδα αρκεί για να ταξιδέψω μέχρι την κορυφή του λόφου, να συναντήσω τη λευκή μάγισσα των ευχών και να την πείσω να με βοηθήσει», εξήγησε η Μιφικί στην αρχηγό και της υπενθύμισε ότι, μέχρι τότε, μήτε είχε ζητήσει ποτέ άδεια, μήτε είχε παραμελήσει τα καθήκοντά της.

«Αντιλαμβάνομαι ότι, όταν επιστρέψω, θα έχουν μαζευτεί πολλές εκκρεμότητες και ιστορίες που θα περιμένουν την αφήγησή τους, αλλά δεσμεύομαι να τις τακτοποιήσω όσον το δυνατόν συντομότερα», συμπλήρωσε και η αρχηγός των νεραϊδών, παρατηρώντας και την έκδηλη αγωνία της για την αποκατάσταση των γεγονότων δεν μπόρεσε να της αρνηθεί τη χάρη που ζητούσε.

«Εντάξει, Μιφικί. Μπορείς να λείψεις για μια εβδομάδα. Πρόσεξε όμως. Ούτε μια ημέρα παραπάνω. Επίσης, θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν αποτύχεις, θα ξεχάσεις αυτήν την ιστορία και δεν θα ξαναμιλήσουμε ποτέ γι’ αυτήν».

«Ναι, το υπόσχομαι», αποκρίθηκε η Μιφικί και ανακουφισμένη, αφού είχε ξεπεραστεί το πρώτο από μια σειρά εμποδίων που θα αντιμετώπιζε το επόμενο διάστημα, επέστρεψε στο σπίτι της για να κοιμηθεί και να ετοιμαστεί για το δύσκολο ταξίδι.

Την επόμενη ημέρα, την περίμενε έξω από την πόρτα της μια παρέα που η σύνθεσή της θα της φαινόταν πολύ περίεργη, αν δεν την είχε προειδοποιήσει η γριά κουκουβάγια. Μια αλεπού, ένας αετός και τρία γαϊδουράκια.

«Η αλεπού θα σε βοηθήσει με την εξυπνάδα και την προσαρμοστικότητά της, ο αετός θα σε προειδοποιήσει για όσα πρόκειται να συμβούν, ενώ τα τρία γαϊδουράκια είναι απαραίτητα για να καταφέρεις να διανύσεις την απόσταση, αφού θα σε μεταφέρουν και δεν θα χρειαστεί να περπατήσεις μέχρι την κορυφή του λόφου», της είχε εξηγήσει η κουκουβάγια και έτσι η Μιφικί ήξερε ήδη ποιοι θα ήταν οι σύντροφοί της στην περιπέτεια που ξεκινούσε.

Φόρτωσε λοιπόν στα δυο γαϊδουράκια τις προμήθειες που είχε ετοιμάσει για την ίδια και τους νέους της φίλους και, αποφεύγοντας να ανέβει από την αρχή στην πλάτη του τρίτου γαϊδαράκου για να μην τον κουράσει με το βάρος της, ξεκίνησε την πορεία της. Ο αετός ήταν εκείνος που πετούσε ψηλά και την καθοδηγούσε, ενώ η Μιφικί, πότε περπατούσε, πότε ανέβαινε στη ράχη του γαϊδαράκου και πότε ρωτούσε τα ζωάκια αν είχαν κουραστεί και τους ζητούσε να σταματήσουν για να ξαποστάσουν, να πιουν νερό και να φάνε κάποια από τις λιχουδιές που τους είχε ετοιμάσει.

Σύντομα, η εξαμελής αυτή συντροφιά ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς και το ταξίδι κυλούσε ευχάριστα, με αστεϊσμούς και γέλια, έστω κι αν όλοι γνώριζαν τις αντιξοότητες που θα καλούνταν να προσπεράσουν.

Η Μιφικί, που απομακρύνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή της τόσο μακριά από το σπίτι της, περιεργαζόταν μαγεμένη το τοπίο και σταδιακά ένιωσε να μεταμορφώνεται από μια απλή αφηγήτρια σε μια δημιουργό ιστοριών.

Έως εκείνην τη στιγμή, οι ιστορίες της ήταν ήδη γραμμένες από το πεπρωμένο και εκείνη αναλάμβανε απλώς να τις αναγνώσει, προσθέτοντας απλώς πέντε μικρές λέξεις «Μια φορά κι έναν καιρό…».

«Μια φορά κι έναν καιρό…» λοιπόν και τώρα η θέα ενός λουλουδιού, τα νερά μιας πηγής ή ακόμα και το πέταγμα ενός πουλιού γεννούσαν στο μυαλό της εικόνες και αυτόματα ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια της τα γεγονότα που διαμόρφωναν το παραμύθι.

«Να, αυτό είναι το σκιουράκι που κρατά το μαγικό κάστανο που καθοδηγεί εκείνον που δεν ξέρει ποια είναι η σωστή απόφαση που πρέπει να πάρει», μονολογούσε και ύστερα από λίγο έβλεπε το άνθος της ζωής, αλλά και το αηδόνι που έχασε τη δύναμη της φωνής του και καθόταν έκτοτε αμίλητο επάνω στο κλαδί του γέρικου δέντρου.

Και έπειτα ένα άλλο πλάσμα της φύσης, ένα άλλο δέντρο, ένα άλλο ζωάκι, μια άλλη ιστορία και μια άλλη περιπέτεια που της ζητούσε να ακουστεί από τη φωνή της.

Οι σύντροφοί της παρατηρούσαν ξαφνιασμένοι το ενθουσιώδες βλέμμα της μπροστά στις εικόνες που για εκείνους αποτελούσαν την καθημερινότητά τους. Η Μιφικί όμως που ταξίδευε για πρώτη φορά, δεν μπορούσε παρά να αισθανθεί δέος και μια απέραντη συγκίνηση για την ομορφιά που την περικύκλωνε.

Συνεχίζεται…………..