Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 4ο μέρος
Κόντευε να νυχτώσει, όταν η αλεπού ενημέρωσε τους συνοδοιπόρους της ότι πλησίαζαν στη φωλιά της αρκούδας.
«Θα μείνουμε εκεί το βράδυ και η αρκούδα που είναι φίλη μου θα μας προφυλάξει από κάθε κίνδυνο», καθησύχασε τα γαϊδουράκια που τρόμαξαν στη σκέψη μιας τεράστιας αρκούδας.
Όντως, όταν έφθασαν στη σπηλιά όπου η αρκούδα είχε στήσει το σπιτικό της, εκείνη τους καλοδέχτηκε και έκανε ό,τι μπορούσε για να αισθανθούν άνετα και ασφαλείς κοντά της.
Λίγο αργότερα και ενώ είχαν συγκεντρωθεί όλοι γύρω από τη φωτιά που είχε ανάψει η Μιφικί και έτρωγαν το δείπνο που είχε ετοιμάσει, η αρκούδα τους ρώτησε ποιος ήταν ο προορισμός τους.
«Στην κορυφή του λόφου για να ζητήσουμε βοήθεια από τη λευκή μάγισσα των ευχών», απάντησε η Μιφικί και ιστόρησε στην αρκούδα πώς ξεκίνησε η περιπέτειά τους.
«Χμμ! Δεν είναι όμως εύκολο να φθάσετε μέχρι εκεί», είπε η αρκούδα, μόλις η Μιφικί τέλειωσε την αφήγησή της. «Περίπου σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από εδώ θα βγείτε από το δάσος και θα βρεθείτε στο χωριό των βράχων, όπου κατοικούν οι νάνοι με τα πολύχρωμα καπέλα. Αυτοί προστατεύουν την είσοδο στο χωριό τους και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να μπει αν δεν επιτύχει στη δοκιμασία που θα του υποβάλλουν. Ακόμα όμως και τότε, η περιοχή τους είναι τόσο δύσβατη, λόγω των βράχων και των γκρεμών που υπάρχουν σε πολλά σημεία, που κανείς δεν μπορεί να προχωρήσει. Όποιος λοιπόν γλυτώσει την πτώση στον γκρεμό, αναγκάζεται να επιστρέψει και να μην συνεχίσει το ταξίδι του».
«Ναι, αλλά αν υπάρχουν τόσοι κίνδυνοι, πώς επιβιώνουν οι νάνοι;» ρώτησε η Μιφικί.
«Αυτοί ξέρουν τα μυστικά του τόπου τους και επίσης φορούν τα γαλαζοπράσινα παπούτσια που προστατεύουν τα βήματά τους. Δεν τα δίνουν όμως σε κανέναν επισκέπτη», εξήγησε η αρκούδα και είπε σε όλους ότι ήταν αργά και έπρεπε να κοιμηθούν για να ξεκουραστούν.

Το επόμενο πρωινό, η Μιφικί και τα ζώα ευχαρίστησαν την αρκούδα για τη φιλοξενία και αναχώρησαν για το χωριό των βράχων. Έπειτα, από σαράντα περίπου λεπτά πεζοπορίας, βρέθηκαν μπροστά στη σιδερένια πύλη του χωριού, όπου έστεκαν ως φρουροί δυο νάνοι που φορούσαν τα γαλαζοπράσινα παπούτσια που είχε αναφέρει η αρκούδα, αλλά και υπερμεγέθη πολύχρωμα ψηλά καπέλα.
«Ποιοι είστε και τι θέλετε εδώ;» ρώτησε ο ένας από τους νάνους.
«Θέλουμε να πάμε στην κορυφή του λόφου και μας είπαν ότι για να φτάσουμε εκεί, πρέπει να διασχίσουμε το χωριό σας», εξήγησε η Μιφικί.
«Δεν επιτρέπεται η είσοδος σε ξένους. Οπότε, κάντε μεταβολή και βρείτε άλλη οδό για να φτάσετε στον προορισμό σας», αποκρίθηκε ο νάνος, αλλά η Μιφικί δεν υποχώρησε.
«Ούτε αν περάσουμε τη δοκιμασία; Διότι ξέρουμε ότι αν τα καταφέρουμε, τότε θα μας αφήσετε».
«Είστε διαβασμένοι, λοιπόν. Έστω. Αφού θέλετε να ακολουθήσετε αυτόν τον δρόμο, ας γίνει έτσι. Αλλά νομίζω ότι απλώς θα χάσουμε την ώρα μας», απάντησε εκνευρισμένος ο νάνος και τους επέβαλλε τη δοκιμασία που δεν ήταν άλλη από τη λύση ενός αινίγματος.
«Για να σας επιτρέψουμε την είσοδο, πρέπει να βρείτε τι είναι αυτό που κρύβει και αποκαλύπτει. Σε μαθαίνει να αγαπάς και να μισείς. Σε διδάσκει τη συγχώρεση και το μίσος. Εμπεριέχει τη γέννηση και τον θάνατο. Μπορεί να σε ανυψώσει, αλλά και να σε υποβιβάσει. Το έχουν όλοι, αλλά κανένας. Είναι ποθητό, υπαρκτό και άπιαστο. Θεραπεύει και πληγώνει. Είναι παρόν και αθέατο. Λυτρώνει και δυναστεύει».
«Πανεύκολο. Είναι ο χρόνος», πετάχτηκε η αλεπού, προτού προλάβουν καν να σκεφτούν οι φίλοι της.

«Σωστά, μπορείτε να μπείτε», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο δεύτερος νάνος – φρουρός που μέχρι τότε ήταν αμίλητος και ξεκλείδωσε την πύλη, ενώ ο σύντροφός του είχε θυμώσει τόσο πολύ που η μύτη του έγινε κατακόκκινη.
«Μισό λεπτό», είπε η Μιφικί. «Χρειαζόμαστε και κάτι άλλο».
«Δηλαδή;»
«Θέλουμε να μας δώσετε από ένα ζευγάρι γαλαζοπράσινα παπούτσια».
«Παπούτσια;» ρώτησαν ταυτόχρονα και οι δυο νάνοι, ενώ αλληλοκοιτάχτηκαν με απορία, αφού αδυνατούσαν να καταλάβουν πώς είχε ανακαλύψει η Μιφικί το μυστικό τους.
«Ναι, σαν αυτά που φοράτε».
«Δεν έχουμε άλλα ζεύγη. Κάθε νάνος έχει ένα μοναδικό ζευγάρι και δεν περισσεύει κανένα».
«Και αυτά που υπάρχουν στην εσωτερική εσοχή της πύλης;» αντέτεινε η Μιφικί που είχε ενημερωθεί από τον αετό που κατάφερε να δει το εσωτερικό του χωριού, πετώντας ψηλά.
Οι δυο νάνοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, ενώ ένα μουρμουρητό ακούστηκε από τους συντρόφους τους που ήταν κρυμμένοι στους θάμνους που περιστοίχιζαν την πύλη.
Μην ξέροντας πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, οι δυο νάνοι είπαν λοιπόν στην Μιφικί και τα ζώα να περιμένουν στην είσοδο, ενώ ο ένας από τους δυο έτρεξε να ειδοποιήσει τον αρχηγό του χωριού.

Συνεχίζεται…………..