Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 5ο μέρος

Η Μιφικί και τα ζώα περίμεναν υπομονετικά στην πύλη, ενώ ο φρουρός έτρεξε πανικόβλητος να ειδοποιήσει τον αρχηγό του χωριού. Ευτυχώς η αναμονή διήρκεσε λιγότερο απ’ όσο υπέθεταν και έτσι μερικά λεπτά αργότερα επέστρεψε στην πύλη ο φρουρός συνοδευόμενος από τον αρχηγό και τον δίδυμο αδελφό του που εκτελούσε χρέη υπαρχηγού.

Έπειτα από τις απαραίτητες συστάσεις και αφού ο αρχηγός επιβεβαίωσε όσα του είχε ήδη μεταφέρει ο φρουρός για τον σκοπό του ταξιδιού της Μιφικί και των συντρόφων της, είπε:

«Μου ανέφεραν ότι ζητήσατε να φορέσετε γαλαζοπράσινα παπούτσια. Δεν κατάλαβα όμως ποιος είναι ο λόγος της επιθυμίας σας».

«Για να προστατεύσουν τα βήματά μας και να μας προφυλάξουν από τους βράχους και τους γκρεμούς», αποκρίθηκε με σθένος η Μιφικί και κοιτάζοντας κατάματα τον αρχηγό.

Εκείνος, έκπληκτος από την απάντησή της και προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του ότι υπήρχε προδότης στο χωριό, ρώτησε:

«Ποιος σας μίλησε για τα παπούτσια;»

«Μην ξεχνάτε ότι είμαι νεράιδα και έχω τη δυνατότητα να γνωρίζω πολλά μυστικά του δάσους και του κόσμου», απάντησε η Μιφικί, αποκρύπτοντας την ταυτότητα της αρκούδας που ήταν ο αληθινός πληροφοριοδότης της. «Λοιπόν, πότε θα μας τα φέρετε;»

«Δεν είναι τόσο απλό. Σύμφωνα με το καταστατικό μας, θα μπορούσε να γίνει μια εξαίρεση και να σας δοθεί αυτό το προνόμιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα μας κάνετε ένα δώρο αντάξιο των παπουτσιών. Μέχρι σήμερα όμως κανένας επισκέπτης δεν έχει φορέσει τα γαλαζοπράσινα παπούτσια», απάντησε ο αρχηγός διατηρώντας την ψυχραιμία του.

«Πολύ καλά», αποκρίθηκε η Μιφικί που ήταν προετοιμασμένη για την απαίτηση από τη γριά κουκουβάγια.

«Στο χωριό των βράχων θα σου ζητήσουν ένα δώρο και εσύ θα τους χαρίσεις αυτό που είναι άυλο και δεδομένο για εσένα, αλλά για ορισμένους, όπως οι νάνοι, σπάνιο και δυσεύρετο», είχε εξηγήσει η κουκουβάγια και αν εκείνη τη στιγμή, η Μιφικί δεν κατάλαβε το νόημα των λόγων της, τώρα ήξερε ότι το δώρο της έπρεπε να είναι ένα παραμύθι.

Ζήτησε επομένως από τους νάνους να συγκεντρωθούν γύρω της και αφού κάθισε επάνω σ’ έναν βράχο, άρχισε να αφηγείται ένα παραμύθι που εμπνεύστηκε από τη βραδινή συναναστροφή της με την αρκούδα.

«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε βαθιά στο δάσος ένα αρκουδάκι μαζί με την οικογένειά του. Ένα πρωινό ξύπνησε και πήγε στο ποτάμι για να πιει νερό. Εκεί είδε ξαφνικά ένα φύλλο να σηκώνεται από το έδαφος και να στροβιλίζεται χάρη στη δυνατή πνοή του ανέμου.

«Τι όμορφο που είναι!!», σκέφτηκε το αρκουδάκι και κάθισε να το παρατηρήσει.

Όσο πιο δυνατά όμως φυσούσε ο άνεμος, τόσο πιο ψηλά πετούσε το φύλλο κι έμοιαζε να χορεύει. Ένα φύσημα, ένα βήμα και σιγά – σιγά άρχισε να απομακρύνεται από το ποτάμι, ενώ το αρκουδάκι μαγεμένο το ακολουθούσε, προσπαθώντας να μιμηθεί τις χορευτικές του κινήσεις.

Το φύλλο όμως ήταν ελαφρύ και τού ήταν εύκολο να αιωρείται στον αέρα, αντίθετα με το αρκουδάκι που δεν είχε ξαναπροσπαθήσει να χορέψει και γι’ αυτό έπεφτε κάθε φορά που επιχειρούσε μια πιρουέτα.

Δεν απογοητευόταν όμως. Πεισματικά, σηκωνόταν και συνέχιζε γιατί ήταν μαγεμένο από τη χάρη του φύλλου.

Ξαφνικά ο αέρας σταμάτησε και το φύλλο έπεσε στη γη.

«Τι κρίμα!!», αναφώνησε το αρκουδάκι. «Τέλος το παιχνίδι. Τώρα πρέπει να γυρίσω στο σπίτι».

Πώς όμως; Κοιτάζοντας γύρω του, συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί και είχε βρεθεί σε άγνωστα μέρη, αφού ακολουθώντας το φύλλο, απομακρύνθηκε από το σπίτι του και δεν ήξερε πλέον πώς να επιστρέψει.

Τρομαγμένο, κάθισε στον κορμό ενός δέντρου και άρχισε να κλαίει.

«Τι θα κάνω τώρα;» αναρωτιόταν ανάμεσα στους λυγμούς του και ο άνεμος που το είδε, το λυπήθηκε και το ρώτησε γιατί έκλαιγε.

«Επειδή παρασύρθηκα από το παιχνίδι και τώρα δεν θα ξαναδώ ποτέ την οικογένειά μου», αποκρίθηκε το αρκουδάκι και εξήγησε στον άνεμο τι είχε συμβεί.

«Έλα, μην φοβάσαι. Θα σε βοηθήσω εγώ και θα βρούμε μαζί τους γονείς σου», το καθησύχασε ο άνεμος και βάζοντάς το να καθίσει στην πλάτη του, πέταξε προς την κατεύθυνση όπου είχε πρωτοδεί το φύλλο.

Ανά διαστήματα, σταματούσε και ρωτούσε το αρκουδάκι αν αναγνώριζε τα σημεία από όπου περνούσαν, αλλά εκείνο ήταν τόσο μπερδεμένο που κάθε δέντρο, κάθε ποτάμι και κάθε λουλούδι του φαινόταν ολόιδιο με το προηγούμενο.

Ο άνεμος κατάλαβε ότι η αναζήτηση δεν θα ήταν εύκολη και έτσι ζήτησε τη βοήθεια των πουλιών που – ενημερώνοντας το ένα το άλλο – κατάφεραν να εντοπίσουν τους γονείς και τα αδέλφια του μικρούλη που, ανήσυχοι, τον έψαχναν παντού.

Ένας τσαλαπετεινός ειδοποίησε επομένως την οικογένεια του αρκουδούλη να περιμένει στο ποτάμι που βρισκόταν κοντά στη φωλιά της, ενώ ο αετός πέταξε ψηλά και οδήγησε τον άνεμο στο σωστό σημείο.

Μόλις το αρκουδάκι αντίκρισε τη μαμά του, σταμάτησε να κλαίει και ένα τεράστιο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.

Ο άνεμος το ακούμπησε προσεκτικά στο έδαφος και εκείνο έπεσε στην αγκαλιά των γονιών του.

«Να παίζεις και να διασκεδάζεις, αλλά να προσέχεις», τού είπε ο άνεμος, καθώς το αποχαιρετούσε και το αρκουδάκι, τρομαγμένο από την περιπέτειά του, υποσχέθηκε ότι ποτέ ξανά δεν θα ήταν άτακτο και θα θυμόταν πάντοτε τη συμβουλή της μαμάς του που του έλεγε να μην απομακρύνεται από το σπίτι».

Συνεχίζεται…………..