Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.

Περίεργη αυτή η γυναίκα. Τριάντα εφτά χρονών, τίποτα δεν της λείπει, και χαρά και πόνος. Κι όμως δεν είναι πολύ στα καλά της. Θέλει να αφήσει πίσω της ό,τι τη βασανίζει – τα υπαρξιακά και τα καθημερινά. Αρρώστιες, θάνατο και γηρατειά, έρωτες και μοναξιά, κοινόχρηστα και ψώνια στο σουπερμάρκετ, παραγγελίες πίτσας και κηδειόσημα, ψυχαναλυτές, χαπάκια, ευρουλάκια και μεταλλαγμένα κοτόπουλα.

Αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Ή μάλλον, κόσμο.

Μια μαγική εικόνα ζητά μόνο.

Μια Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.

Μια κωμικοτραγική φιλοσοφία ζωής.

Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. θα πει Μην Αντιστέκεσαι, Ισοπεδώσου, Ρίξε Ολοκληρωτικό Ύπνο, Λυτρώσου, Αυτοκτόνα. Είναι το θαυματουργό χάπι που παίρνεις μια και τελειώνεις.

«[…] σκέφτομαι πόσο μάταια είναι όλα και πόσο πολύ έχω βαρεθεί αυτό το σπίτι, και πόσο μάταιο είναι να έχεις σπίτι, και προς τι όλη αυτή η ικανοποίηση του να κρατάς μια αρμαθιά κλειδιά στα χέρια με κρεμασμένα κουκλάκια, μινιατούρες παπουτσιών και άλλες τέτοιες πίπες· η οποία χρησιμεύει μόνο στο άνοιγμα μιας πόρτας, και μάλιστα όχι μεταφορικής, όχι πόρτα ζωής, πόρτα ελπίδας ή πόρτα ονείρων, αλλά μιας απλής ξύλινης πόρτας ενός διαμερίσματος.

Και προς τι αυτό το καδράκι στον τοίχο και προς τι η φωτογραφία των γονιών μου και προς τι όλα αυτά τα βιβλία στα ράφια που με τόσο πάθος κάποτε διάβασα;

Τι με δίδαξαν όλα αυτά; Τι με δίδαξε ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής τελικά; Πού με οδήγησαν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι, πού με οδήγησαν όλες αυτές οι μεγάλες ιδέες και τα μεγάλα συναισθήματα; Τι μου προσέφεραν εκτός από την ίδια τη στιγμή της συγκίνησης; Τίποτα.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Νυχτερίδες

Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα

(Διαβάζω, 2007)

Ένα κορίτσι δεκατριών χρονών σπάει την πόρτα της εφηβείας και μπαίνει μέσα. Μια μάνα σκύβει απελπισμένη πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας. Ένας μεσήλικας είναι πεσμένος κάτω, εδώ και ώρες. Ένας νεαρός περπατάει μέσα στο κρύο με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του. Ένας πατέρας κλαίει τηγανίζοντας πατάτες. Μια Γιούλα έχει τυλίξει το καλώδιο του τηλεφώνου γύρω από τον λαιμό της. Η οικογένεια κάθεται αγαπημένη στο τραπέζι και τρώει κατσικάκι φούρνου ή μήπως τρώει τα μέλη της;

Οι ήρωες του βιβλίου παλεύουν απεγνωσμένα να υποτάξουν τα σκοτεινά και βίαια ένστικτά τους, αλλά αυτά είναι τελικά που θα τους σπρώξουν στο επόμενο βήμα, άλλοτε λυτρωτικό, άλλοτε καταστροφικό, πάντα όμως αναγκαίο και αναπόφευκτο.

Λίγο πριν είχε γίνει φασαρία στο σπίτι, γι’ αυτό και ο Σάκης είχε βγει έξω, δεν άντεχε να ακούει φωνές. Η μαμά, μέσα στον πανικό της προετοιμασίας, είχε πει στα παιδιά να αρχίσουν να ετοιμάζονται, γιατί όπου να ’ναι θα ερχόντουσαν οι θείοι και η γιαγιά, η Γιώτα όμως δεν ήθελε να ετοιμαστεί, στην αρχή επειδή, όπως είπε, μισούσε το κίτρινο φουστάνι. Μετά όμως αντέδρασε ακόμα πιο έντονα, έβαλε τα κλάματα και είπε ότι τους μισούσε όλους, μέχρι που η μαμά αναγκάστηκε να της ρίξει ένα δυνατό χαστούκι, κι έτσι τώρα η μαμά μαζί με τη Γιώτα στεκόντουσαν στο κεφαλόσκαλο, η μαμά χαμογελαστή και η Γιώτα από πίσω της μουτρωμένη, με το κίτρινο φουστανάκι της κι ένα κόκκινο σημάδι στο αριστερό μάγουλο.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτιδα. Το 2006 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Νυχτερίδες για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., η οποία ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2011 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Μεγάλοι δρόμοι. Δύο διηγήματα του βιβλίου μεταφέρθηκαν στο θέατρο.

Το 2015 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Το μάτι του ψαριού που ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2016.