Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 6ο μέρος
Οι νάνοι ενθουσιάστηκαν με το παραμύθι της Μιφικί και της ζήτησαν να τους αφηγηθεί και δεύτερο. Εκείνη όμως τους εξήγησε ότι δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν περισσότερο.
«Η άδειά μου διαρκεί μόνο μια εβδομάδα και ο προορισμός μας απέχει αρκετά. Δεν θα προλάβουμε να φθάσουμε και να επιστρέψουμε εγκαίρως. Πρέπει λοιπόν να φύγουμε. Αφού όμως σας άρεσε το παραμύθι μου, σας υπόσχομαι ότι κάθε εβδομάδα θα γράφω και θα σας στέλνω ένα νέο παραμύθι με τον αετό».
«Ναι!!! Ναι!!!», αναφώνησαν χαρούμενοι οι νάνοι και έδωσαν από ένα ζευγάρι γαλαζοπράσινα παπούτσια στη Μιφικί και τους συντρόφους της, ενώ ο αρχηγός τους είπε:
«Τώρα θα σας συνοδεύσουμε μέχρι την άλλη άκρη του χωριού μας και εκεί θα πρέπει να βγάλετε τα παπούτσια και να μας τα δώσετε, γιατί απαγορεύεται να απομακρυνθούν από το χωριό».
«Φυσικά», συμφώνησε η Μιφικί και όλοι μαζί ξεκίνησαν να περπατούν, ενώ ο αετός τους ακολουθούσε πετώντας ψηλά.
Μπαίνοντας στο χωριό, η Μιφικί συνειδητοποίησε τη δύναμη των παπουτσιών, αφού, όση ώρα στεκόταν στην είσοδο και δεν τα φορούσε, αντίκριζε ένα άσχημο κακοτράχαλο και βραχώδες, άνυδρο μέρος, ενώ τώρα βρισκόταν σ’ ένα μαγευτικό καταπράσινο χωριό με άπειρα πανέμορφα λουλούδια, καταρράκτες και υπέροχα σπιτάκια σε σχήμα μανιταριού, όπου κατοικούσαν οι νάνοι.
Έπειτα από τρεις ώρες, έφθασαν στην έξοδο και εκεί, αφού η Μιφικί επανέλαβε την υπόσχεσή της για την εβδομαδιαία αποστολή παραμυθιού, η συντροφιά έβγαλε τα γαλαζοπράσινα παπούτσια και τα παρέδωσε στους νάνους.
«Σας παρακαλούμε να μην μεταφέρετε σε κανέναν όσα συνέβησαν σήμερα», τους ζήτησε ο αρχηγός. «Καταλαβαίνετε, ότι αν κυκλοφορήσει το μυστικό του χωριού μας, θα καταστραφεί», συμπλήρωσε και τόσο η Μιφικί, όσο και τα ζωάκια τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα μιλήσουν ποτέ και σε κανέναν.

Ήταν η δεύτερη ημέρα διαδρομής και σχεδίαζαν να ζητήσουν καταφύγιο στο σπίτι του Φύλακα του κόσμου. Η αλεπού όμως δεν συμφωνούσε απόλυτα με την πρόθεσή τους.
«Είναι γρουσούζης, αγενής και κακότροπος. Ίσως είναι καλύτερα να αποφύγουμε τη συναναστροφή μαζί του και να αναζητήσουμε ένα άλλο μέρος για να διανυκτερεύσουμε. Άλλωστε μια νύχτα είναι και ο καιρός είναι θαυμάσιος. Δεν πειράζει αν κοιμηθούμε έξω».
«Όχι, Πρέπει να συναντήσουμε τον Φύλακα. Και μην φοβάστε. Δεν θα αντιμετωπίσουμε προβλήματα», αντέτεινε η Μιφικί που εκτελούσε τις οδηγίες της γριάς κουκουβάγιας.
Τα γαϊδουράκια δεν αντέδρασαν, η αλεπού συναίνεσε γκρινιάζοντας, ενώ ο αετός προπορεύτηκε για να βολιδοσκοπήσει το σημείο.
Λίγο πριν νυχτώσει, έφθασαν επιτέλους στο σπίτι του Φύλακα.
«Αυτό είναι», τους είπε ο αετός και τους έδειξε ένα δεντρόσπιτο κατασκευασμένο επάνω στα κλαδιά ενός αιωνόβιου δέντρου.
Για να μπει κάποιος στο σπίτι, έπρεπε να ανεβεί μια στενή ξύλινη σκάλα και καθώς η Μιφικί πίστευε ότι ήταν αδύνατο για εκείνη να τα καταφέρει, ο αετός πέταξε και χτύπησε με το ράμφος του την πόρτα.
Τακ – τακ – τακ. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας ξερακιανός γέρος με μια γαμψή μύτη, τριγωνικό πρόσωπο και ένα μικρό μυτερό πηγούνι που καλυπτόταν από μια μακριά γενειάδα. Στο ένα μάτι φορούσε μονόκλ και στο χέρι του κρατούσε μια λάμπα πετρελαίου.
«Ήρθατε επιτέλους; Σας περίμενα νωρίτερα», είπε, μόλις αντίκρισε τη Μιφικί και τους φίλους της. «Μην με κοιτάτε σαν απολιθωμένοι. Με ενημέρωσε η κουκουβάγια για τον ερχομό σας», συμπλήρωσε με το στρυφνό ύφος που είχε περιγράψει νωρίτερα η αλεπού, ενώ ταυτόχρονα κατέβηκε τη σκάλα και άνοιξε μια μικρή κρυφή πόρτα στον κορμό του δέντρου που αποκάλυψε έναν μεγάλο καθαρό στάβλο με δυο παράθυρα και μπόλικο φρέσκο σανό.

«Τα γαϊδουράκια, η αλεπού και ο αετός μπορούν να μείνουν εδώ. Υπάρχει τροφή και νερό», είπε ο Φύλακας και τους έδειξε τις ταΐστρες και τους κουβάδες με το νερό.
Τα ζώα παραξενεύτηκαν από τη συμπεριφορά του Φύλακα που διέψευδε τη φήμη του, αλλά η Μιφικί τους έκανε νόημα να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία για ξεκούραση και να μην ανησυχούν. Εκείνη άλλωστε ήξερε πως η κουκουβάγια είχε φροντίσει για την υποδοχή τους.
«Ο Φύλακας είναι φίλος μου και επίσης μου χρωστάει χάρη. Οπότε μην ανησυχείς και όλα θα πάνε καλά», είχε πει στη Μιφικί και τώρα τα λόγια της επιβεβαιώνονταν.
Άφησαν λοιπόν τα γαϊδουράκια, την αλεπού και τον αετό στον στάβλο και η Μιφικί ακολούθησε τον Φύλακα στο δεντρόσπιτο, ανεβαίνοντας με δυσκολία και προσεκτικά την σκάλα. Ο τελευταίος της σερβίρισε ένα γευστικό αν και λιτό για τα γούστα της δείπνο και έπειτα της έδειξε τον ξενώνα, όπου η Μιφικί, ύστερα από δυο νύχτες, κοιμήθηκε ξανά σε ένα μαλακό κρεβάτι με καθαρά και αρωματισμένα σεντόνια.
Το επόμενο πρωινό, ξεκούραστοι και χορτασμένοι, οι έξι φίλοι ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Δεν μπορούσαν όμως να φύγουν, αν ο Φύλακας δεν τους έδινε αυτό που χρειάζονταν για να ξεπεράσουν το επόμενο εμπόδιο.
Και εκείνος, που δεν αθετούσε ποτέ τις υποσχέσεις του, θυμήθηκε αυτό που του είχε ζητήσει η κουκουβάγια. Έτσι, ενώ τους αποχαιρετούσε, έδωσε στη Μιφικί έξι μικρά φιαλίδια με ένα σκούρο μωβ υγρό και της είπε.
«Τρεις ώρες μακριά από εδώ βρίσκεται η Κοιλάδα των Ψευδαισθήσεων. Πριν προχωρήσετε στο εσωτερικό της, πρέπει όλοι να πιείτε το υγρό από το φιαλίδιο. Είναι μια σύνθεση από διάφορα βότανα που θα σας προστατεύσει και δεν θα σας αφήσει να παρασυρθείτε σε περίεργα μονοπάτια και να χάσετε τον δρόμο σας. Όταν μπείτε στην Κοιλάδα, ούτε θα μιλήσετε, ούτε θα σταματήσετε. Αντιθέτως, θα περπατήσετε αμίλητοι όσο μπορείτε πιο γρήγορα και θα απομακρυνθείτε από αυτήν προτού το μεγάλο μαύρο σύννεφο που στέκει από επάνω της κρύψει τον Ήλιο. Αν καταφέρετε να περάσετε την Κοιλάδα, τότε μέχρι σήμερα το βράδυ θα φθάσετε στην κορυφή του λόφου και στον πύργο της λευκής μάγισσας των ευχών».

Η Μιφικί ευχαρίστησε τον Φύλακα, έκρυψε τα μπουκαλάκια με το υγρό στο πουγκί της και ξεκίνησε με τους φίλους της για την Κοιλάδα των Ψευδαισθήσεων.
Συνεχίζεται…………..