Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 7ο μέρος

«Φθάσαμε», προειδοποίησε ο αετός τους συντρόφους του, λίγο πριν μπουν στην Κοιλάδα.

Η Μιφικί άνοιξε το πουγκί της, έβγαλε τα έξι μικρά φιαλίδια που της είχε δώσει ο Φύλακας και βοήθησε τους φίλους της να πιουν το υγρό, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι από εκείνη τη στιγμή δεν έπρεπε να ξαναμιλήσουν. Τελευταία κατανάλωσε η ίδια το περιεχόμενο από το δικό της μπουκαλάκι και στη συνέχεια έκανε νόημα σε όλους να προχωρήσουν στο εσωτερικό της Κοιλάδας.

Η βοηθητική επίδραση του υγρού φάνηκε σχεδόν αμέσως, αφού σε κάθε βήμα, ο καθένας τους παραπλανιόταν από μια εικόνα που θα ήθελε να έβλεπε. Έτσι, τα γαϊδουράκια στη θέση μιας βαθιάς χαράδρας αντίκριζαν έναν τεράστιο σωρό από σανό, η αλεπού ένα κοτέτσι, ο αετός μια φωλιά σκαντζόχοιρων που ήταν η αγαπημένη του λεία, ενώ η Μιφικί ένα όμορφο, ζεστό και άνετο καθιστικό όπου την περίμενε η φίλη της η ποντικίνα με την οποία περνούσε τα Σαββατιάτικα απογεύματά της, κουσκουσεύοντας, πίνοντας τσάι και τρώγοντας διάφορα γευστικά γλυκίσματα.

Ευτυχώς, χάρη στο υγρό, μόλις κινούνταν προς την ψευδαίσθηση, αυτή διαλυόταν, παρουσιαζόταν η πραγματική εικόνα και εκείνοι απομακρύνονταν εγκαίρως από την παγίδα.

Η διαδρομή τους μέσα στην Κοιλάδα διήρκεσε είκοσι ολόκληρα λεπτά και η αλεπού αναγκάστηκε να δοκιμάσει τα όρια της αντοχής της, αφού το παιχνίδι των ψευδαισθήσεων την εκνεύρισε στον μέγιστο βαθμό. Καθώς όμως θυμόταν πάντοτε την προειδοποίηση του Φύλακα, έβλεπε το μεγάλο μαύρο σύννεφο που έστεκε πάνω από τα κεφάλια τους και διαπίστωνε σε κάθε βήμα τους τον κίνδυνο που καραδοκούσε, δεν τόλμησε να αρθρώσει λέξη.

Τουλάχιστον, μέχρι να βγουν από την Κοιλάδα και να τους ενημερώσει ο αετός ότι πλέον είχαν απομακρυνθεί και δεν κινδύνευαν. Διότι τότε επέτρεψε στον θυμό της να ξεσπάσει σ’ ένα διαρκές μουρμουρητό που ενόχλησε ακόμα και τα αιωνίως υπομονετικά γαϊδουράκια, ενώ ανάγκασε τη Μιφικί να ζητήσει να συνεχίσουν ήρεμα το ταξίδι τους.

Η εμπειρία της πορείας τους μέσα στην Κοιλάδα των Ψευδαισθήσεων είχε αφήσει άλλωστε σ’ εκείνη μια εντελώς διαφορετική αίσθηση, αφού κατάλαβε ότι το ηθικό δίδαγμα ήταν η συνειδητοποίηση και η διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαινομενικότητα. Μήπως, άλλωστε η εποχή που διένυαν, δεν αποτελούσε το τέλειο παράδειγμα επικράτησης της πλανερής και κάλπικης εικόνας; Φυσικά το δάσος όπου ζούσε, δεν είχε επηρεαστεί. Ήξερε όμως από τα γράμματα και τις ιστορίες των ανθρώπων που έπρεπε να προστατεύσει ότι τα ήθη του παρόντος απείχαν από το παρελθόν και η υιοθέτηση της εξέλιξης δεν ήταν πάντοτε συνώνυμο της βελτίωσης, αλλά συχνά αναγέννηση της χειρότερης μορφής μεσαιωνικών και σκοταδιστικών πρακτικών.

Ίσως λοιπόν η εμπειρία της από την Κοιλάδα των Ψευδαισθήσεων να ήταν ένα ακόμα μάθημα, ή μάλλον μια προτροπή για να προσπαθήσει να συμβάλλει στην κατάρρευση της ισχύος της απατηλότητας. Φυσικά, δεν ήξερε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να συνεισφέρει, αλλά όταν θα επέστρεφε στο σπίτι της, θα ρωτούσε τη γριά κουκουβάγια που είχε πάντοτε μια συμβουλή και μια λύση για κάθε πρόβλημα.

Αυτές οι σκέψεις καθώς και η ανησυχία της για την αντίδραση της λευκής μάγισσας στο αίτημά της βασάνιζαν τη Μιφικί που παρέμεινε αμίλητη ακόμα και κατά τη διάρκεια της στάσης της συντροφιάς σ’ ένα ξέφωτο για φαγητό και ανάπαυση.

Η αλεπού διέκρινε στα μάτια της την αμφιβολία και, διαισθανόμενη την αγωνία της, ανέλαβε να ψυχαγωγήσει την παρέα μ’ ένα εύθυμο τραγουδάκι που αναφερόταν στο πάθημα μιας νεαρής αλεπούς που, ενώ δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τη ζαχαροπλαστική, προσπάθησε να ετοιμάσει μια τούρτα για τα γενέθλια της γιαγιάς της. Μπέρδεψε όμως τα βάζα στην κουζίνα της μαμάς της και αντί για ζάχαρη έριξε αλάτι, ενώ αντί για σαντιγί χρησιμοποίησε γιαούρτι. Το αποτέλεσμα ήταν αποτυχημένο και η αλεπουδίτσα στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, αλλά….

Η αλεπού τραγουδούσε εύθυμα και με μπρίο, αλλά και με τόσο δυνατή και φάλτσα φωνή που οι σύντροφοί της παρακαλούσαν νοερά να τελειώσει πια η ιστορία της αλεπουδίτσας και μαζί με αυτήν και το δικό τους μαρτύριο.

Ευτυχώς, οι κορώνες της αλεπούς διεκόπησαν από τη φωνή του αετού που τους ενημέρωσε ότι έφθασαν επιτέλους στον πύργο της λευκής μάγισσας των ευχών.

Συνεχίζεται…………..