Από την Ισμήνη Χαρίλα
«Δεν φοβάμαι τη δυσμενή κρίση εκείνων που ίσως μια μέρα θα τολμήσουν να με διαβάσουν. Αλλά θα ήταν αναληθές να πω ότι με αφήνουν αδιάφορο οι γνώμες που θα προκαλέσω. Θα με χαροποιήσουν οι θετικές και θα συμβιβαστώ με τις αρνητικές, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά».
Με τις παραπάνω φράσεις αυτό-σχολιάζεται το ίδιο το κείμενο στο τελευταίο έργο του Φερνάντο Αραμπούρου «Το παιδί» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και σε μετάφραση της Τιτίνας Σπερελάκη.
Για ακόμα μια φορά ο συγγραφέας παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό μια νουβέλα υψηλής λογοτεχνικής αξίας η οποία δεν είναι ένα αμιγές μύθευμα, αλλά μια ιστορία που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.
Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι τα μέλη μιας οικογένειας (μαμά, πατέρας και παππούς) που έχασε το μοναχοπαίδι της σ’ ένα τραγικό δυστύχημα που έλαβε χώρα τη δεκαετία του ’80 στη χώρα των Βάσκων. Το ατύχημα προκλήθηκε από έκρηξη αερίου και συνέβη στο κτίριο ενός δημοτικού σχολείου την 23η Οκτωβρίου 1980. Πενήντα παιδιά ηλικίας πέντε έως έξι ετών και τρεις ενήλικες έχασαν τότε τη ζωή τους και ο Αραμπούρου – όπως εξηγεί ο ίδιος – συνέλεξε για τη συγγραφή του πονήματός του, τις πληροφορίες για τις συνθήκες του ατυχήματος και συνομίλησε παράλληλα με τη μητέρα ενός από τα θύματα που αποτελεί και τον πυρήνα της διήγησης.
Αποκρύπτοντας, για δεοντολογικούς λόγους, τα πραγματικά στοιχεία της οικογένειας, προκειμένου να διατηρηθεί η ανωνυμία, ο δημιουργός αποτυπώνει τα γεγονότα και τις συνέπειες στη ζωή κάθε πρωταγωνιστή διακριτά.
Ως γνώστης του διαχωρισμού ανάμεσα σ’ ένα μυθιστόρημα και μια ιστορία που αποτελεί απόρροια έρευνας δημοσιογραφικού χαρακτήρα, ο Αραμπούρου δεν παρασύρεται σε μακροσκελείς αναφορές, ενώ δεν παραλείπει να διευκρινίσει ότι προσέθεσε εμβόλιμα και ορισμένα επινοήματα που κρίθηκαν απαραίτητα για τη λογοτεχνικότητα της αφήγησης.
Επιπρόσθετα, παρόλο που η ίδια η θεματική είναι αρκετά επιβαρυμένη με συγκινησιακό φορτίο, αφού πρόκειται για την τραγική και άξαφνη απώλεια ενός μικρού παιδιού, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να διαχειριστεί την εξέλιξη της πλοκής με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήσει τις κατάλληλες αποστάσεις και να δημιουργήσει ένα αποτέλεσμα που απέχει παρασάγγας από την προσπάθεια συγκινησιακής αναγνωστικής φόρτισης μέσω της θλίψης και του πόνου.

Οι ήρωες σκιαγραφούνται στις πραγματικές τους διαστάσεις ενώ, μήτε ωραιοποιούνται, μήτε κατακρίνονται για τις αντιδράσεις ή τις αποφάσεις τους και κυρίως για όσα επακολουθούν μετά από αυτές.
Ο θάνατος και η απόπειρα διαχείρισης των συνεπειών του, η επιλογή διαμόρφωσης της επόμενης ημέρας και η αποκάλυψη ενός μυστικού που έπρεπε να παραμείνει αιώνια στο σκοτάδι, γεννούν πλήθος φιλοσοφικών ερωτημάτων που αποδεικνύουν ότι στη ζωή δεν υπάρχει απολυτότητα και οποιαδήποτε έκφανσή της φέρει ετερόκλητες αποχρώσεις για τον κάθε αποδέκτη.
Μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίθεση είναι επιπρόσθετα και η διαφορά ανάμεσα στην αποτύπωση του θέματος του θανάτου στο προηγούμενο βιβλίο του Αραμπούρου «Τα Πετροχελίδονα» και το παρόν «Το παιδί».
Στο πρώτο, ο ήρωας προαποφασίζει το τέλος και μέσω της διαδικασίας προετοιμασίας του, καταλήγει να επιλέξει τη ζωή. Στο δεύτερο, η απώλεια ενός τρίτου ατόμου οδηγεί στον ψυχικό θάνατο μιας οικογένειας. Είναι όμως σημαντικό να ειπωθεί ότι στη δεύτερη περίπτωση, η ψυχολογική κατάπτωση προϋπήρχε και χρειαζόταν μόνο μια σπίθα για να εκδηλωθεί και να προξενήσει έναν βαθύτερο συλλογισμό για την ουσιαστικότητα της ύπαρξης.
Η πορεία ενός ανθρώπου εξαρτάται ως έναν βαθμό όχι μόνο από τον τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων, αλλά και από τη διάθεση ειλικρινούς ανάλυσης της στάσης και των κινήσεών του, τόσο ως ανεξάρτητη μονάδα, όσο και ως μέρος του συνόλου.
«Το παιδί» είναι επομένως ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, απαλλαγμένο από προκαταλήψεις και στοχο-προσηλωμένο στην ίδια τη ζωή. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη, αλλά και τη διάθεση αυτοκριτικής και συναισθηματικής απογύμνωσης.