Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 8ο μέρος
Μπροστά τους ορθωνόταν ένας πανέμορφος παραμυθένιος πύργος περιτριγυρισμένος από ψηλά δέντρα και σπάνια πολύχρωμα λουλούδια. Από κάθε γωνιά ακούγονταν μελωδίες πουλιών, ενώ ζαρκάδια, λαγοί και βερβερίτσες έτρεχαν και έπαιζαν ανέμελα και άφοβα, αφού δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος να εμφανιστούν κυνηγοί.
Ο αετός άφησε την αλεπού να χτυπήσει την πόρτα, τα γαϊδουράκια περίμεναν υπομονετικά και η Μιφικί τους ακολουθούσε νιώθοντας το πρωτόγνωρο αίσθημα του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι η προσπάθεια τελειώνει, ο στόχος δείχνει επιτεύξιμος, αλλά εκείνος – αντί για ικανοποίηση – βιώνει από τη μια πλευρά την απογοήτευση, αφού θα αναγκαστεί να επιστρέψει σε μια ρουτίνα που πλέον τον κουράζει και από την άλλη την ενοχή γιατί πιστεύει ότι είναι αχάριστος απέναντι σε όσους, θεατούς και αθέατους, τον βοήθησαν να φθάσει μέχρι το τέλος.
Η Μιφικί ένιωθε ένα τεράστιο κύμα θλίψης να πλημμυρίζει την καρδιά της και ήταν έτοιμη να αφήσει τα δάκρυά της να ξεχυθούν, όταν η πόρτα του πύργου άνοιξε και στην είσοδο φάνηκε ένας μεγάλος γάτος που στεκόταν όρθιος στα δύο του πόδια και φορούσε ένα μπλε μπροκάρ σακάκι διακοσμημένο με ασημένια κεντήματα.
«Καλημέρα», είπε και, σαν να γνώριζε ήδη ποιοι ήταν, συνέχισε, απευθυνόμενος στη Μιφικί «Εσείς και η αλεπού μπορείτε να με ακολουθήσετε. Τα γαϊδουράκια και ο αετός όμως θα ξεκουραστούν μαζί με τα άλλα ζώα του πύργου. Ο βοηθός μου θα τους δείξει τον χώρο», προσέθεσε και τότε εμφανίστηκε ένας δεύτερος γάτος που τους οδήγησε στους στάβλους, ενώ η Μιφικί και η αλεπού προχώρησαν στο εσωτερικό του πύργου.
Σε κάθε βήμα αντίκριζαν ένα υπέροχο θέαμα, αφού οι τοιχογραφίες απεικόνιζαν διάφορες σκηνές είτε από το δάσος, είτε από τον ουρανό και τη θάλασσα, είτε ακόμα και από παραμύθια που ήξεραν μόνο οι νεράιδες και δεν είχαν ακουστεί ποτέ στον κόσμο των ανθρώπων.
Κάθε δωμάτιο από όπου περνούσαν είχε ένα άλλο σκηνικό και εξιστορούσε μια διαφορετική ιστορία που δεν ήταν ίσως πάντοτε ιδανική ή ευχάριστη, αλλά είχε σίγουρα να μεταδώσει το δικό της μήνυμα.
Ύστερα από ελάχιστα λεπτά και αφού έφθασαν στη βορινή πλευρά του πύργου, ο γάτος άνοιξε την πόρτα της βιβλιοθήκης, όπου βρισκόταν η λευκή μάγισσα.
Εκείνη καθόταν σε μια μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα και διάβαζε ένα χρυσόδετο βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο, αλλά μόλις αντίκρισε την αλεπού και τη Μιφικί, σηκώθηκε και τις αγκάλιασε.
«Καλωσορίσατε», είπε και η Μιφικί ένιωσε ότι η ευγένεια των λόγων της πήγαζε από την ψυχή της, ενώ η μορφή της ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που είχε φανταστεί η ηλικιωμένη νεράιδα.
Εκείνη θεωρούσε ότι θα αντίκριζε μια γυναίκα περίπου στην ηλικία της, ίσως και μεγαλύτερη, που θα φορούσε ένα λευκό φόρεμα, θα είχε λευκά μακριά, ξέπλεκα μαλλιά, μεγάλη μύτη και μικρά μάτια.

Στην πραγματικότητα όμως η λευκή μάγισσα ήταν νέα, είχε κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, οβάλ πρόσωπο, «γαλλική» μύτη, όμορφα μελιά αμυγδαλωτά μάτια και φορούσε ένα καρό σταυρωτό παντελόνι με τσέπες και τιράντες και λευκό πουκάμισο.
Ξεπερνώντας γρήγορα το ξάφνιασμα της έκπληξης, η Μιφικί είπε στη λευκή μάγισσα.
«Υποθέτω ότι ξέρετε γιατί βρισκόμαστε στον πύργο σας».
«Ξέρω τον λόγο για τον οποίο νομίζεις ότι βρίσκεστε εδώ, αλλά και τον πραγματικό λόγο του ταξιδιού σας», αποκρίθηκε η μάγισσα και αντιλαμβανόμενη τη δυσκολία της Μιφικί να ερμηνεύσει τα λόγια της, αφού αγνοούσε βασικές παραμέτρους, εξήγησε.
«Το θέμα μας, Μιφικί, είσαι εσύ».
«Εγώ;»
«Ναι. Εργάζεσαι με συνέπεια και υπευθυνότητα πολλά χρόνια. Και είναι αλήθεια ότι κατάφερες να διαψεύσεις ακόμα και τις στατιστικές εκτιμήσεις και να μην κάνεις ποτέ λάθος».
«Ποτέ, εκτός από αυτήν τη φορά που…», διόρθωσε η Μιφικί, αλλά η μάγισσα την διέκοψε, λέγοντας
«Ποτέ, εκτός από την φορά που πίστεψες ότι έκανες λάθος».
«Πίστεψα;;;»

«Ναι, Μιφικί. Αλήθεια, πίστεψες ότι πέταξες το σημείωμα, ενώ είσαι τόσο μεθοδική και οργανωτική; Όχι. Το χαρτί χάθηκε, επειδή είπα εγώ στην αλεπού να τρυπώσει στο σπίτι σου και να το μπερδέψει με τα σκουπίδια, όταν ήσουν άρρωστη».
«Γιατί;»
«Επειδή, ήξερα ότι είχες ένα μαγικό ταλέντο που δεν θα ξεδιπλωνόταν ποτέ αν κάποιος δεν σε έσπρωχνε σε αυτό. Μέχρι τώρα, έχεις αποδείξει ότι μπορείς να ελιχθείς και να ξεπεράσεις κάθε δύσκολη κατάσταση στην οποία θα βρεθείς. Η χαμηλή αυτοεκτίμησή σου όμως δεν σου επιτρέπει να αντιληφθείς το μέγεθος της δύναμής σου. Αποφάσισα λοιπόν να παρέμβω και να φροντίσω να επιτευχθεί ένα διττό αποτέλεσμα. Δηλαδή να εκμεταλλευθώ το χάρισμά σου που δεν είναι άλλο από την απεριόριστη φαντασία σου που σε βοηθά να δημιουργείς παραμύθια και να το χρησιμοποιήσω για να βελτιώσω την κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο των ανθρώπων».
«Με ποιον τρόπο;» ρώτησε η Μιφικί που ήταν εντελώς απροετοίμαστη για όσα άκουγε.
«Κάθε ανθρώπινο ον οφείλει να αφήνει ένα αποτύπωμα στον κόσμο. Να δημιουργεί ή να συμβάλλει στη δημιουργία ενός επιτεύγματος που θα βοηθήσει την ανθρωπότητα. Εδώ και πολλά χρόνια όμως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων ζει μόνο για την προσωπική του ικανοποίηση, δίχως να αφήνει ένα στίγμα. Χρήμα, καπηλεία, εξαπάτηση, ωχαδερφισμός, καταστροφή, εκμετάλλευση της Φύσης και άνοες παραφιλολογίες που δεν οδηγούν πουθενά αλλού παρά μονάχα σ’ ένα βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα που εξυπηρετεί τους σκοπούς ορισμένων. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που θα παρέμβεις εσύ. Διότι, με το χάρισμα της φαντασίας σου, θα εμπνέεσαι παραμύθια που θα υλοποιούν τις επιθυμίες εκείνων που ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο, απαλλαγμένο από μισαλλοδοξία και στερεωμένο στις αξίες και όχι στις ψευδαισθήσεις. Θα συνεχίσεις λοιπόν να λαμβάνεις τις ιστορίες που σου παραδίδουν τα πουλιά, αλλά πλέον δεν θα τις διαβάζεις προσθέτοντας το Μια φορά κι έναν καιρό, αλλά θα εντοπίζεις το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου στον οποίο θα αναφέρεσαι και θα αφηγείσαι ένα παραμύθι για το μέλλον του. Ένα παραμύθι που θα τον βοηθά να ξεπεράσει τις δυσκολίες του μέσω της ηθικής ικανοποίησης ότι συνέβαλλε στη βελτίωση του κόσμου».
Η Μιφικί άκουγε ενθουσιασμένη όσα της έλεγε η λευκή μάγισσα και νιώθοντας ευγνώμων και τυχερή, δεν ήξερε πώς αλλιώς μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματά της παρά λέγοντας «Ευχαριστώ», ενώ τα βουρκωμένα μάτια της υποδήλωναν την ειλικρίνειά της.
Η μάγισσα την αγκάλιασε ξανά, της έδωσε ένα λευκό μαντηλάκι για να σκουπίσει τα δάκρυά της που πλέον κύλησαν ανυπάκουα στα μάγουλά της και έδωσε εντολή στον γάτο της, τον Ντεζιντέριο, που περίμενε ακόμα αμίλητος πλάι στην πόρτα, να σερβίρουν το γεύμα στον κήπο.
Λίγο αργότερα, η λευκή μάγισσα, η Μιφικί, οι φίλοι της και όλοι όσοι υπηρετούσαν τον πύργο, ξωτικά, νύμφες και ζώα γεύονταν υπέροχες λιχουδιές, ενώ στη συντροφιά είχαν προστεθεί και εκείνοι που είχαν λάβει μέρος σε αυτήν την περιπέτεια και γνώριζαν τον αληθινό σκοπό της: η γριά κουκουβάγια, η αρχηγός των νεράιδων, η αρκούδα, οι νάνοι, αλλά και ο Φύλακας του κόσμου.

Η Μιφικί για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε ότι είχε αγγίξει την ευτυχία και όταν το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι της – αφού χάρη στο ραβδί της μάγισσας διακτινίστικαν όλοι μέσα σ’ ένα λεπτό στα σπίτια τους – ήλπισε και ευχήθηκε να ανταποκριθεί με επιτυχία στα νέα της καθήκοντα.
Εξάλλου πλέον δεν θα ήταν μόνη, αφού η αλεπού, που έγινε η νέα της φίλη και συγκάτοικος, ήταν ιδανική για να μοιράζεται τις σκέψεις και τα μυστικά της.
ΤΕΛΟΣ