Από την Ισμήνη Χαρίλα
Το 1909 δημοσιεύτηκε η νουβέλα «Η Στενή Πύλη» του Νομπελίστα συγγραφέα Αντρέ Ζίντ που βασίστηκε στις προσωπικές αναμνήσεις του δημιουργού της και τα ερεθίσματα της παιδικής του ηλικίας.
Ο ρόλος του αφηγητή αποδίδεται στον βασικό πρωταγωνιστή του έργου, τον Ζερόμ, ο οποίος ιστορεί τα γεγονότα δεκατρία χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωσή τους. Διατηρώντας πλέον την χρονική, αλλά και συναισθηματική απόσταση από τους ανθρώπους που στιγμάτισαν τη ζωή του, ο Ζερόμ μεταφέρεται νοερά στο παρελθόν και αναπολεί τα καλοκαίρια που περνούσε ως παιδί στο σπίτι του θείου του στη Χάβρη.
Εκεί, καθώς μεγάλωνε, ανέπτυξε αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης για την εξαδέλφη του, την Αλίσα που βρήκαν αμοιβαία ανταπόκριση και έτσι η σχέση τους επισημοποιήθηκε μ’ έναν αρραβώνα που έλαβε και τη σύμφωνη γνώμη των κηδεμόνων τους.
Ωστόσο, λόγω της νεαρής ηλικίας του Ζερόμ και του γεγονότος ότι δεν είχε αποφοιτήσει και δεν είχε αποκατασταθεί ακόμα οικονομικά, ως όφειλε, οι δυο νέοι αναγκάστηκαν να περιμένουν για τον γάμο τους.
Και ενώ αυτή η καθυστέρηση δεν φαινόταν σημαντική, στάθηκε τελικά καθοριστική για την εξέλιξη της σχέσης, αφού, κατά το διάστημα της αναμονής, η Αλίσα, επηρεασμένη από την έντονη θρησκευτικότητά της και θεωρώντας ότι η προσήλωση του Ζερόμ σε αυτήν του στερούσε ένα ευτυχισμένο μέλλον με τη μικρότερη αδελφή της, την Ζυλιέτ, που ήταν κρυφά ερωτευμένη μαζί του, αποφάσισε να θυσιαστεί και να απομακρυνθεί από τον αγαπημένο της.
Προτεραιοποιώντας επομένως το απόλυτο πνευματικό ιδεώδες, η Αλίσα επέλεξε την αυτοκαταστροφή και τη φυσική κατάληξη του θανάτου, που αν και αρχικά φαινόταν ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση, σύντομα αποδείχθηκε το απόλυτο μαρτύριο που μετανοήθηκε μεν, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να αλλάξει.
Με εμφανή επιρροή από τον δικό του γάμο με την εξαδέλφη του Μαντλέν Ροντώ, αλλά έχοντας λάβει και μια αυστηρή προτεσταντική ανατροφή, ο Ζίντ έγραψε τη «Στενή Πύλη» σύμφωνα με τον δικό του σχολιασμό «για να ιχνηλατήσει το δράμα μιας προτεσταντικής ψυχής στην οποία θα διαφαινόταν το ουσιαστικό δράμα του Προτεσταντισμού».

Σ’ ένα διήγημα επομένως που εκφράζει σκέψεις και ήθη των αρχών του περασμένου αιώνα, αλλά αποτυπώνει παράλληλα και την έννοια του ανθρώπινου συναισθήματος σε μια εποχή που πόρρω απέχει από τη σημερινή, ο συγγραφέας αναπτύσσει σταδιακά και μέσω της αφήγησης το ηθικό δράμα των ηρώων του.
Συνεπής στη χαρακτηριστική μανιέρα των έργων του, αφήνει τον Ζερόμ να αναλάβει τον ρόλο του αφηγητή και να ιστορήσει τα γεγονότα, αναλύοντας ταυτόχρονα τα συναισθήματά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διήγηση αναδεικνύεται σε μια ψυχολογική μυθιστορηματική αφήγηση και προτεραιοποιείται η αυθεντικότητα και η αυτονομία του ατόμου.
Βαθιά ουμανιστής, ο Ζίντ παραπέμπει μέσω της θρησκευτικότητας της Αλίσα στη διδασκαλία της πιστιοκρατίας που ανάγεται στη φιλοσοφία του Montaigne, αφού σύμφωνα με τον ουμανιστή φιλόσοφο της Αναγέννησης, οι θεμελιώδεις αλήθειες δεν δύνανται να αποδειχθούν μέσω του ορθολογισμού, αλλά μπορούν να κατανοηθούν μέσω της πίστης. Ως εκ τούτου δεν είναι ο λόγος που οδηγεί στην αλήθεια, αλλά η βοήθεια του Θεού.
Καθώς παρατίθεται η αλληλογραφία της Αλίσα και του Ζερόμ, παρατηρείται ένας εσωτερικευμένος διάλογος και μια ενδελεχής ενδοσκόπηση που εκφράζει αμφιβολία για τις κοινωνικές παραδοχές και την απολυτότητα της θρησκείας.
Ο Ζερόμ, με εμβριθή και ανεπιτήδευτο λόγο, αφηγείται τις αναμνήσεις του με ειλικρίνεια και προσπαθώντας να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τόσο τις πράξεις της Αλίσα, όσο και τις δικές του.
Όπως δηλαδή ο Montaigne, επιχειρεί να αναλύσει την ανθρώπινη εσωτερικότητα, έτσι και ο Ζίντ αντιπαραβάλλει την έννοια της ελευθερίας μέσω της αποκάλυψης της αλήθειας.
Η ευτυχία δεν είναι λοιπόν αυτή που επιλέγει ο περίγυρος του ατόμου γι’ αυτό, αλλά η επιλογή του ίδιου για τον εαυτό του. Κατά συνέπεια, η όποια παρέκκλιση από το πλαίσιο που ορίζει η εκάστοτε κοινωνία, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη μια συνθήκη απελπισίας ή παρακμής, αλλά μια κατάσταση ισορροπίας του ατόμου με τον εαυτό του. Και υπό αυτό το πρίσμα, η «Στενή Πύλη» παραμένει σύγχρονη για τις εκπεφρασμένες ιδέες της, αφού η ισορροπία και η ελευθερία παραμένουν αέναα πρωτεύουσες ανθρώπινες διεκδικήσεις.