Γράφει ο Ερμής:

Εκατό χρόνια λειτουργούσε το κατάστημα παιχνιδιών και, έναν αιώνα αργότερα από τότε που άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό, ήρθε η στιγμή να κλείσει για πάντα.

Παππούς, πατέρας και εγγονός. Τρεις γενιές και τώρα ο εβδομηντάχρονος πλέον Προκόπης – καθώς μάζευε τα εργαλεία του – θυμόταν τον παππού του να του αφηγείται την ημέρα των εγκαινίων, τα συναισθήματα χαράς που κατέκλυσαν εκείνον και τη γιαγιά του, αλλά και την ελπίδα για το καλύτερο μέλλον που τους υποσχόταν εκείνο το μικρό κατάστημα που χωριζόταν σε μια αίθουσα έκθεσης – πώλησης των παιχνιδιών και ένα μικρό εργαστήρι όπου δούλευε αρχικά μόνος ο παππούς του και μετέπειτα μαζί με τους δυο βοηθούς του.

Ξυλουργός στο επάγγελμα, ο παππούς Προκόπης ήταν ιδιοκτήτης στη Σμύρνη ενός μεγάλου επιπλοποιείου που ήταν διάσημο για τις δημιουργίες του. Και ήταν τόσο όμορφα και σμιλεμένα με ιδιαίτερο μεράκι από τον ίδιο και τους δέκα υπαλλήλους του τα έπιπλα που κατασκεύαζαν, που δέχονταν παραγγελίες από διάφορα σημεία της χώρας.

Όλοι λοιπόν θαύμαζαν την τέχνη του και ο παππούς Προκόπης, που ήταν ακόμα νέος και είχε πολλά όνειρα, ένιωθε υπερήφανος για όσα είχε κατακτήσει.

Ύστερα όμως ήρθε η καταστροφή, ο ξεριζωμός, η χαρά μετατράπηκε μέσα σε μια στιγμή σε δάκρυ και η φωτιά διέλυσε και εξαφάνισε ό,τι είχε κτιστεί με κόπο.

Ένας μπόγος με ρούχα, το κασελάκι με κάποια από τα εργαλεία του παππού και ένα κομπόδεμα με λίρες που η γιαγιά είχε την προνοητικότητα να ράψει στα ρούχα που φορούσαν οι δυο τους και ο πεντάχρονος γιος τους ήταν η μοναδική περιουσία που κατάφεραν να περισώσουν, ερχόμενοι σ’ έναν τόπο που θεωρούσαν πατρίδα, αλλά τους υποδέχτηκε ως ανεπιθύμητους και ξένους.

Η ζωή όμως νικά πάντοτε τον θάνατο και οι παππούδες του Προκόπη ήταν άνθρωποι που είχαν μάθει να αγωνίζονται και να προσπαθούν για το καλύτερο αποτέλεσμα.

Έτσι, άντεξαν τις κακουχίες και τις αντιξοότητες, προσπέρασαν τα εμπόδια και αφού εγκαταστάθηκαν σε ένα σπιτάκι σε μια από τις προσφυγικές συνοικίες, ρίχτηκαν στη μάχη για να ξαναφέρουν τη λιακάδα στην καθημερινότητά τους.

Και τρία χρόνια αργότερα, χάρη στη σκληρή δουλειά του παππού, τη σωστή οικονομική διαχείριση της γιαγιάς που δεν σπαταλούσε άσκοπα ούτε μια δραχμή από το μεροκάματο του, αλλά και την ευρηματικότητά της να εξοικονομεί χρήματα τόσο από την πώληση των εργόχειρων που έφτιαχνε η ίδια, όσο και των ξύλινων παιχνιδιών που κατασκεύαζε ο άνδρας της κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του, το κομπόδεμα με τις λίρες αυξήθηκε και μπορούσαν πλέον να στήσουν ξανά κάτι δικό τους.

Ο αρχικός στόχος ήταν να ανοίξουν πάλι ένα επιπλοποιείο. Άλλωστε και στη νέα πόλη ο παππούς Προκόπης είχε βρει δουλειά σε ένα ξυλουργείο και συστηματικά είχε μάθει όλα τα μυστικά, τις συνθήκες και τις σχέσεις που επικρατούσαν ανάμεσα στους επαγγελματίες. Η γιαγιά όμως φοβόταν να διακινδυνεύσουν να χάσουν τα χρήματά τους και γι’ αυτό πρότεινε να κρατήσει ο παππούς τη δουλειά του και να ανοίξουν ένα κατάστημα όπου θα πωλούσαν τα ξύλινα παιχνίδια που κατασκεύαζε. Τουλάχιστον μέχρι να δουν την ανταπόκριση που θα είχε το εγχείρημά τους, αν και είναι αλήθεια ότι ένιωθε αισιόδοξη, επειδή πωλούσε ήδη τα παιχνίδια με μεγάλη ευκολία στη γειτονιά και έβλεπε τη χαρά των παιδιών που τα αποκτούσαν.

Προχωρώντας λοιπόν με μικρά βήματα βρήκαν το κατάστημα σε ένα κεντρικό σημείο της πόλης, το καθάρισαν, το έβαψαν μόνοι τους και ο παππούς Προκόπης έστησε τους πάγκους και τα ράφια όπου η γιαγιά στόλισε όλα τα παιχνίδια που συστηματικά είχαν κατασκευαστεί και φυλαχθεί τους προηγούμενους μήνες.

Τρενάκια, ζωάκια, στρατιωτάκια, κουκλόσπιτα, άμαξες με άλογα, αλλά και κούκλες που φορούσαν πανέμορφα ρούχα, ραμμένα από τη γιαγιά, κοσμούσαν τη βιτρίνα που έγινε πόλος έλξης των περαστικών από την πρώτη ημέρα, όχι μόνο για το κάλλος των παιχνιδιών αλλά και για τις τιμές τους, αφού ήταν προσιτά σε κάθε βαλάντιο.

Η πραγματικότητα ξεπέρασε τις προσδοκίες και σύντομα ο παππούς παραιτήθηκε από το ξυλουργείο, αφιερώθηκε στην κατασκευή των παιχνιδιών και αναγκάστηκε να προσλάβει και βοηθό για να προλαβαίνει τη ζήτηση.

Συνεχίζεται……