Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 1ο μέρος
Ήταν όμορφα τα παιχνίδια του παππού Προκόπη. Όμορφα, ζηλευτά και κανένας περαστικός δεν προσπερνούσε τη βιτρίνα του καταστήματος, δίχως να σταθεί μερικά λεπτά για να θαυμάσει τα εκθέματα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να διαλέξουν το παιχνίδι που θα τους έδινε τη μεγαλύτερη χαρά με την απόκτησή του, ενώ οι ενήλικες ταξίδευαν νοερά στα παιδικά τους χρόνια που δεν ήταν απαραιτήτως ανέμελα ή ευτυχισμένα. Γι’ αυτό πολλοί από αυτούς δεν δίσταζαν να περάσουν το κατώφλι και να αγοράσουν μια από τις ξύλινες δημιουργίες, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα έβαζαν λίγο βάλσαμο στις πληγές τους που δεν είχαν ακόμα επουλωθεί.
Και κάθε φορά που ο παππούς Προκόπης διέκρινε στα μάτια των πελατών του τη λαχτάρα και την ανυπομονησία για το νέο τους απόκτημα, ένιωθε ένα βαθύ αίσθημα ικανοποίησης, αφού δεν ήταν απλώς ένας ξυλουργός, αλλά ένας καλλιτέχνης που σμίλευε με αγάπη και φροντίδα το ξύλο με σκοπό να αφήσει ένα διαχρονικό ανεξίτηλο ίχνος στις καρδιές των ανθρώπων που – ανεξαρτήτως ηλικίας – ένιωθαν πάντοτε την αγνότητα και την καλοσύνη μιας παιδικής καρδιάς να χτυπά στο στήθος τους.
Τα χρόνια κυλούσαν άλλοτε γοργά και άλλοτε αργά, αλλά παρά τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπιστούν, υπήρχαν και όμορφες ημέρες χάρη στις οποίες οι μνήμες της καταστροφής και του ξεριζωμού ξεχάστηκαν και τα όνειρα άρχισαν να έχουν ξανά μια υπόσταση προσδοκίας. Έφθασε όμως κάποτε η στιγμή που η πραγματικότητα διέλυσε το όραμα της προσμονής και οι σειρήνες του πολέμου ήχησαν ξανά άγρια και δυνατά.
Χριστούγεννα 1941. Κατοχή, κρύο, πείνα και ολόγυρα θάνατος και απελπισία. Με αυτές τις συνθήκες, κανείς δεν είχε βέβαια ως προτεραιότητα να αγοράσει δώρα και το παιχνιδάδικο ήταν βουβό και άδειο από τους πελάτες που τα προηγούμενα χρόνια συνωστίζονταν στο εσωτερικό του. Ο παππούς Προκόπης δεν είχε κανέναν λόγο να ανανεώσει το εμπόρευμά του, αλλά ακόμα κι αν ήθελε, το ξύλο – όντας καύσιμη ύλη – είχε εξαφανιστεί από την αγορά.

Ένας άνθρωπος όμως που είχε μάθει να διοχετεύει την αγωνία και τον φόβο σε δημιουργία, δεν μπορούσε να μένει άπραγος. Έτσι την παραμονή των Χριστουγέννων, ξέθαψε από την αποθήκη ένα παλιό κομμάτι ξύλου και σκάλισε σε αυτό έναν Άγγελο που είχε κλειστά τα βλέφαρα και σταυρωμένα τα χέρια σε ένδειξη προσευχής, ενώ τα φτερά του – σύμβολο προστασίας και θάρρους και κατά συνέπεια μήνυμα για τον κατακτημένο λαό – κάλυπταν ολόκληρο το σώμα του.
Ο παππούς Προκόπης τον τοποθέτησε στη σκοτεινή του βιτρίνα, κλείδωσε το κατάστημα και λυπημένος επέστρεψε στο σπίτι του.
Το ίδιο βράδυ, τα σύννεφα ήταν τόσο πυκνά που τα αστέρια ήταν κρυμμένα και με δυσκολία μπορούσε να τα διακρίνει κανείς. Ανάμεσα όμως σε αυτά τα λαμπερά ουράνια σώματα βρισκόταν και ένα μικρό νεόκοπο αστεράκι που αδημονούσε να ζήσει την πρώτη του Χριστουγεννιάτικη νύχτα. Με κόπο και πείσμα, κατάφερε να βρει ένα κενό ανάμεσα στα σύννεφα και να κρυφοκοιτάξει την πόλη. Αντί για χαρά και γέλια όμως, είδε θλίψη, πόνο, δάκρυα και πίκρα. Και τότε, απογοητευμένο, έστρεψε το βλέμμα του αλλού και άξαφνα διέκρινε τον Άγγελο στη βιτρίνα του καταστήματος με τα παιγνίδια. Και ήταν τόσο όμορφη και γαλήνια αυτή η ξύλινη μορφή που το αστεράκι νιώθοντας ένα αναπάντεχο αίσθημα αγαλλίασης που καταπράυνε τη στενοχώρια του, «έλουσε» με το φως του τον Άγγελο και αποφάσισε να υλοποιήσει μια δική του Χριστουγεννιάτικη ευχή. Μια ευχή που χάρισε στον Άγγελο και τα υπόλοιπα ξύλινα παιχνίδια της βιτρίνας, τη δύναμη να απορροφούν τη δυστυχία, να τη μεταλλάσσουν και την αντανακλούν σε ελπίδα, σθένος για την κατάκτηση της ευτυχίας, αλλά και αντοχή μπροστά στα εμπόδια και τις δυσκολίες.
Από το επόμενο κιόλας πρωινό, τα παιχνίδια πρόσφεραν σε όλους τους περαστικούς που στέκονταν και τα περιεργάζονταν τα δώρα του αστεριού. Και παρόλο που πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να ελευθερωθεί η χώρα και να επανέλθει η ζωή στην κανονικότητά της, τα παιχνίδια του παππού Προκόπη κατάφεραν να στηρίξουν πολλούς ανθρώπους και να τους μεταδώσουν το μήνυμα της προσμονής για ένα καλύτερο αύριο.

Και αυτό το δικό τους μυστικό δεν το γνώριζε κανείς άλλος, παρά μονάχα το μικρό αστεράκι που – έπειτα από χρόνια και προτού χάσει ολότελα τη λάμψη του – κατάφερε επιτέλους να διακρίνει στον κόσμο τη χαρά που αναζητούσε εκείνη την πρώτη νύχτα των δικών του Χριστουγέννων.
ΤΕΛΟΣ