Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 1ο μέρος

Απαλλαγμένο από έννοιες και ευθύνες και θεωρώντας ότι όλα στη ζωή είναι εύκολα και απλά, το Παρελθόν ζήλεψε κάποτε τον πρωτότοκο αδελφό του.

«Το Παρόν χαίρει του σεβασμού και της εκτιμήσεως όλων», συλλογίστηκε. «Είναι τόσο σοβαρό, αυστηρό και ανελαστικό κι όμως όλοι το φοβούνται και εκτελούν αμέσως τις εντολές του, ενώ δεν διστάζουν να προστρέξουν σε αυτό, όταν χρειάζονται συμβουλή στα προβλήματά τους.

Αντιθέτως εμένα, ακόμα και οι άνθρωποι με προσπερνούν και προσπαθούν να με ξεχάσουν, όταν οι αναμνήσεις τους είναι δυσάρεστες και επίπονες. Πάντοτε προσβλέπουν στο Μέλλον και στους στόχους που θα τους εκπληρώσει.

Και εγώ γίνομαι θύμα του Παρόντος που αποφασίζει για όλους μας και, ενώ χαρίζει μονίμως στο Μέλλον το όραμα της προσδοκίας, φορτώνει σ’ εμένα όλη την ασχήμια και τη μιζέρια.

Μόνο οι ηλικιωμένοι ασχολούνται μαζί μου, αλλά εγώ είμαι πάντα νέος και αποζητώ τη συντροφιά των παιδιών και όχι των παππούδων τους.

Και δεν φτάνουν όλα αυτά, αλλά ακόμα και ο πατέρας μας, ο γέρο – Χρόνος, ενώ ισχυρίζεται ότι είμαι το αγαπημένο του παιδί, καθημερινά παρακολουθεί τη δουλειά του Παρόντος και ζητά τη δική του συνδρομή, όταν κρίνεται ανάγκη.

Τέρμα όμως. Δεν θα ανεχθώ άλλο αυτήν την κατάσταση. Ξέρω ότι εγώ μπορώ να τα καταφέρω καλύτερα από το Παρόν. Και γι’ αυτό ακριβώς θα ζητήσω αλλαγή καθηκόντων, ώστε να πάψει το Παρόν να αποφασίζει για εμένα. Από εδώ και πέρα εγώ θα επιλέγω το φορτίο μου».

Αυτές ήταν οι σκέψεις του Παρελθόντος, το οποίο τυφλωμένο από φθόνο για τον αδελφό του, πήγε αμέσως στον πατέρα του για να ζητήσει άμεση αλλαγή αρμοδιοτήτων.

«Ζητάς κάτι ανέφικτο», αποκρίθηκε σαστισμένος ο γερο – Χρόνος, αφού από τη μια πλευρά δεν ήθελε να δυσαρεστήσει το χαϊδεμένο παιδί του, αλλά από την άλλη ήξερε ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις ανάληψης του έργου του Παρόντος.

«Το Παρόν έχει εκπαιδευθεί και επίσης έχει μια μακραίωνη εμπειρία που το καθοδηγεί στις κρίσιμες στιγμές», δικαιολόγησε την άρνησή του. «Τόσο εσύ, όσο και τα αδέλφια σου έχετε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Γιατί θέλεις να εγκαταλείψεις τη θέση σου;»

«Ω!! Εγώ δεν ζήτησα να σταματήσω να είμαι το Παρελθόν. Θέλω απλώς να αναλάβω και τη δουλειά του Παρόντος. Ούτως ή άλλως τόσους αιώνες τώρα, δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να κινούμαι σαν μια μαριονέτα στη βούληση του μεγαλύτερου αδελφού μου. Είμαι αρκετά ικανός και μπορώ να ανταποκριθώ καλύτερα από το Παρόν στις απαιτήσεις της θέσης. Εξάλλου, αρκεί να ανοίξει κάποιος ένα βιβλίο ιστορίας για να καταλάβει ότι αυτός που εμπιστεύεσαι, δεν έχει άριστα αποτελέσματα. Οικονομική δυσπραγία, πόλεμοι, βία, οργή και καταστροφή. Αυτή είναι η ζωή που θέλεις να έχει η ανθρωπότητα;», επέμεινε και ο γερο – Χρόνος διέκρινε στο βλέμμα του το πείσμα και την αδιαλλαξία του.

Σιωπηλός, άκουγε το παιδί του να γκρινιάζει, παρόλο που ήξερε ότι οι ισχυρισμοί του ήταν αβάσιμοι, αφού η κοσμική ισορροπία βασίζεται αέναα στη συνύπαρξη καλοσύνης και κακίας. Όλα είναι ένα ντόμινο εξελίξεων και τα σκαιώδη γεγονότα είναι απλώς το αποτέλεσμα πρότερων πράξεων.

Τελικά όμως, η πατρική στοργή και αδυναμία υπερτέρησε της λογικής και αποφάσισε να δεχτεί προσωρινά το αίτημά του.

«Εντάξει, παιδί μου. Θα σου δώσω την ευκαιρία που ζητάς, αλλά δοκιμαστικά για έναν μήνα. Θα αναλάβεις τα καθήκοντα του Παρόντος και εγώ θα παρακολουθώ τα αποτελέσματα. Όταν τελειώσει ο μήνας, θα επαναπροσδιορίσουμε το επόμενο διάστημα», είπε ο γερο – Χρόνος, ελπίζοντας ότι το Παρελθόν – ανέμελο και επιπόλαιο καθώς ήταν – θα ζητούσε πολύ νωρίτερα να απαλλαγεί από το βάρος των ευθυνών και να επιστρέψει στην πρότερη ζωή του.

Συνεχίζεται….