Από την Ισμήνη Χαρίλα
Το 1884 δημοσιεύτηκαν «Οι περιπέτειες του Χακλμπέρι Φιν» το μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν στο οποίο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο μικρός ήρωας που ο συγγραφέας είχε ήδη συστήσει στους αναγνώστες ήδη από το 1876 με το βιβλίο του «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγιερ».
Η ιστορία του Χακ εξελίσσεται στην περιοχή του Μισσισσιππή πριν την έναρξη του Αμερικανικού Εμφυλίου και η αφετηρία της είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον φόβο του νεαρού Χακ για τον αλκοολικό πατέρα του που τον ωθεί στη φυγή και σ’ ένα ταξίδι με σχεδία κατά μήκος του ποταμού με συνοδοιπόρο του τον δραπέτη σκλάβο Τζιμ.
Εκατόν σαράντα χρόνια αργότερα, ο επίσης αμερικανός μυθιστοριογράφος Πέρσιβαλ Έβερετ μεταθέτει το κέντρο βάρους στον φυγά Τζέιμς και διηγείται την ιστορία του με μια διαφορετική οπτική.
Η ιστορία εξελίσσεται μεν ξανά στην περιοχή του Μισσισσιππή πριν τον πόλεμο, αλλά το κύριο πρόσωπο είναι πλέον ο Τζιμ που αναφέρεται ως Τζέιμς και ο οποίος, όντας σκλάβος, αναγκάζεται να φύγει κρυφά, όταν μαθαίνει ότι η ιδιοκτήτριά του σκοπεύει να τον πουλήσει και να τον χωρίσει από τη σύζυγο και το παιδί του.
Άξαφνα επομένως βρίσκεται σε μια δυσχερή θέση, κυνηγημένος και ύποπτος για τον φόνο του Χακ που επίσης το είχε σκάσει, φοβούμενος το μένος του αλκοολικού πατέρα του, σκηνοθετώντας τον θάνατό του.
Σε αντιδιαστολή λοιπόν με τον Τουέιν, ο Έβερετ μετατοπίζει το κέντρο βάρους της αφήγησής του στον άνθρωπο που το χρώμα του δέρματός του τον καταδικάζει σε μια ζωή αδιάλειπτου τρόμου, δουλείας και κάθε μορφής λεκτικής, σωματικής ή ψυχολογικής βίας. Με αγάπη για τη μόρφωση και την παιδεία, παρόλο που η κατάστασή του απαγορεύει την πρόσβαση σε αυτήν, ο Τζέιμς όχι μόνο καταφέρνει να μάθει ανάγνωση, αλλά μελετά κρυφά φιλοσοφία, πολιτική και εξερευνά τις γνωστικές του ικανότητες.

Εν αντιθέσει με την απαξιωτική εικόνα που υιοθετούσαν οι λευκοί για τα άτομα της φυλής του, ο Τζέιμς είναι ένας άνθρωπος ευφυής, που υποδύεται τον αδαή, προκειμένου να επιβιώσει, προορατικός και στοχαστικός που ποθεί την ελευθερία του, λατρεύει την οικογένειά του, ανταπεξέρχεται στις κακουχίες και τις αντιξοότητες και τολμά να επαναστατήσει ενάντια στη χρόνια κακοποίηση και τον ευτελισμό της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς του.
Χρησιμοποιώντας κατά συνέπεια την ίδια θεματική βάση, την προαναφερόμενη φυγή εξαιτίας του φόβου, ο Έβερετ αναδεικνύει τον ήρωά του σ’ ένα λογοτεχνικό πρότυπο εναντίωσης σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και κακοποίησης, καθιστώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα αέναο σύμβολο που συναντάται σε κάθε εποχή και ιδιαίτερα στην τρέχουσα που η παρενόχληση έχει αναπτυχθεί ποικιλοτρόπως και βάλλει διάφορες πτυχές της ατομικής ή κοινωνικής υπόστασης.
Άρα, αν ο Τουέιν εστίασε στη σάτιρα της κοινωνικής υποκρισίας της εποχής του παρουσιάζοντας το θέμα του ρατσισμού μέσω της οπτικής ενός λευκού αγοριού, ο Έβερετ μεταφέρει την αποτύπωσή της έμφυλης βίας στο ίδιο το θύμα που βιώνει καθημερινά τις συνέπειες της συστηματικής ταπείνωσης που του στερεί το δικαίωμα στη γαλήνη, το όνειρο και την ελπίδα της νοητικής, σωματικής και ψυχικής απελευθέρωσης.
Σε μια σύγχρονη κοινωνία που νοσεί από την επιείκεια προς τους θύτες και τους δυνάστες και όπου η εναντίωση προς την ανθρώπινη υποτίμηση περιορίζεται σε νομοθετήματα και σε διαμαρτυρίες που αποδεικνύονται στείρες αποτελεσματικότητας, ο Τζέιμς γίνεται η φωνή όλων εκείνων που υποφέρουν σιωπηλά.
«Ένας άνθρωπος που δεν δεχόταν να έχει στην κατοχή του σκλάβους, αλλά δεν έφερνε αντιρρήσεις στο να έχουν οι άλλοι σκλάβους, παρέμενε δουλέμπορος, σύμφωνα με τη δική μου σκέψη», σχολιάζει και αν ό όρος σκλάβος ειδωθεί σε μια ευρύτερη διάσταση σκλαβιάς ακόμα και σ’ ένα οικογενειακό, σχολικό ή επαγγελματικό περιβάλλον, όπου ένα άτομο στοχοποιείται λόγω σωματικών, νοητικών, ψυχικών ή ιδεολογικών χαρακτηριστικών, τότε είναι ξεκάθαρο το μήνυμα που μεταδίδει ο Έβερετ στους αναγνώστες του.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναρωτιέται και θίγει έναν βαθύτερο προβληματισμό αντίδρασης «Ήταν κακό να σκοτώνεις το κακό; Η αλήθεια ήταν πως δεν με ένοιαζε. Αυτή η απάθεια ήταν που με έκανε να αναρωτιέμαι για τον εαυτό μου – όχι να αναρωτιέμαι γιατί δεν αισθανόμουν τίποτα ή αν ήμουν ανίκανος να αισθανθώ, αλλά να αναρωτιέμαι τι άλλο ήμουν ικανός να κάνω. Ήταν ένα αίσθημα όχι παντελώς δυσάρεστο».
Ανθρωποκεντρικό, περιγραφικό, φιλοσοφικό, με στοιχεία καυστικού χιούμορ και με προσεγμένη αφήγηση, δικαίως χαρακτηρίζεται το James ως ένα λογοτεχνικό καταπίστευμα που δύσκολα συναντάται στην πληθώρα των κειμένων που βλέπουν το φως της δημοσίευσης.