Γράφει ο Ερμής:
Συνέχεια από 3ο μέρος
Δεν ήταν εύκολη η φυγή. Το Παρόν έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι του, την οικογένειά του, τον τόπο του και όλους όσους γνώριζε ή καθόριζαν την καθημερινότητά του.
Ο φθόνος του αδελφού του τον εξανάγκαζε να παραιτηθεί από ό,τι είχε κατακτήσει με κόπο και να βρεθεί κάπου όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει από το μηδέν προσπαθώντας από τη μια πλευρά να αποδείξει τις ικανότητές του και από την άλλη να ξεχάσει και να στήσει μια νέα ζωή, δίχως να ξέρει αν η απόπειρά του θα στεφόταν από αποτυχία.
Ανεξαρτήτως πάντως της επιθυμίας του, δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια επιλογής και τα γεγονότα τον οδηγούσαν μακριά, εκεί όπου η Ταντεμπόλια του είχε υποσχεθεί ότι οι πληγές θα σταματούσαν να ματώνουν.
Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά του και έφυγε, δίχως να ενημερώσει ή να αποχαιρετήσει κανέναν άλλο εκτός από την αγαπημένη του φίλη.
«Μην αποκαλύψεις πού βρίσκομαι. Μήτε θέλω, μήτε είναι απαραίτητο να μάθουν τον προορισμό μου», την παρακάλεσε και η Ταντεμπόλια του υποσχέθηκε να σεβαστεί την παράκλησή του, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που η επιστροφή του θα ήταν επιβεβλημένη.
«Διότι είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα εκλιπαρούν όλοι για τον γυρισμό σου», του είπε, ενώ τον συνόδευε στην έξοδο του κάστρου και το Παρόν, παρόλο που δεν συμμεριζόταν την άποψή της, προτίμησε να σιωπήσει, σεβόμενο και συγκινημένο από την πίστη της στο πρόσωπό του.
Η χώρα της Λήθης δεν απείχε πολύ χιλιομετρικά από το κάστρο του γέρο – Χρόνου, αλλά η Ταντεμπόλια είχε ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Βόρειου Ανέμου, ο οποίος σε λίγα λεπτά μετέφερε το Παρόν στη νέα του κατοικία.
Εκεί, το Παρόν αντίκρισε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν που είχε φανταστεί. Περίμενε ότι θα έβλεπε έναν άγονο, σκοτεινό, άχαρο τόπο, όπου τα σύννεφα θα έκρυβαν τον ήλιο και οι κάτοικοι θα περπατούσαν σκυφτοί, σιωπηλοί και βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Σκέψεις κενές, ασύνδετες από αναμνήσεις και δίχως ελπίδα, αφού ο πόνος που είχαν βιώσει, θα είχε σκορπίσει τη σκόνη των ονείρων.
Η πραγματικότητα όμως ήταν αντίθετη από τις νοερές σκιαγραφήσεις του. Όχι μόνο δεν κυριαρχούσε το σκοτάδι, αλλά η πόλη ήταν φωτεινή, πανέμορφη με χαριτωμένα σπίτια που οι τοίχοι τους ήταν βαμμένοι με ποικίλα έντονα και ζωντανά χρώματα που έδιναν έναν τόνο αισιοδοξίας και χαράς. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και μήτε ένα σύννεφο δεν σκίαζε τον υπέρλαμπρο ήλιο που έλουζε με το φως του κάθε γωνιά αυτής της φροντισμένης, οργανωμένης και πεντακάθαρης πόλης.
Στην κεντρική πλατεία υπήρχε ένα μεγάλο καρουζέλ και τριγύρω διάφορα παιχνίδια με τα οποία διασκέδαζαν άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι. Όλοι ήταν χαρούμενοι, γελαστοί, ανέμελοι και το Παρόν ένιωσε πως βρισκόταν σ’ έναν μοναδικό τόπο που δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία.

Ο Βόρειος Άνεμος είδε την έκπληξή του και κατάλαβε ότι δεν περίμενε το θέαμα που αντίκριζε.
«Μην φοβάσαι. Εδώ θα είσαι ήρεμος και θα βρεις τη γαλήνη», του είπε και με μια ριπή χάθηκε από μπροστά του, παραχωρώντας τη θέση του στην κυρά της Λήθης, μια γυναίκα ηλικιωμένη, εξωστρεφή, χαρούμενη και κεφάτη.
Εκείνη, αφού υποδέχθηκε εγκάρδια το Παρόν, το οδήγησε στο νέο του σπίτι που βρισκόταν στη σκιά ενός αιωνόβιου δέντρου και είχε το σχήμα ενός μεγάλου βιβλίου. Οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι γαλάζιοι, ενώ η πόρτα και τα παράθυρα είχαν βεραμάν πλαίσια.
Η κυρά της Λήθης έδωσε στο Παρόν το κλειδί που είχε το σχήμα μολυβιού και εκείνο ξεκλείδωσε και προχώρησαν στο εσωτερικό.
«Δεν είναι μεγάλο, αλλά πιστεύω ότι θα καλύψει τις ανάγκες σου», του είπε η κυρά της Λήθης, καθώς του έδειχνε τους χώρους του σπιτιού που αποτελούταν από ένα καθιστικό, ένα υπνοδωμάτιο και τους βοηθητικούς χώρους.
Όλα τα έπιπλα ήταν πολύχρωμα και χάριζαν μια αίσθηση οικειότητας και θαλπωρής.
«Από αύριο θα δουλεύεις στο ζαχαροπλαστείο», συνέχισε να εξηγεί η κυρά της Λήθης.
«Σε ζαχαροπλαστείο; Μα εγώ δεν έχω ιδέα από παρασκευή γλυκών», αντέτεινε το Παρόν.
«Μπορείς όμως να μάθεις, αν θέλεις. Σωστά;»
«Ναι, αλλά νόμιζα ότι η εργασία μου θα ήταν σχετική με τις γνώσεις που κατέχω ήδη».
«Και τότε πώς θα ξεχνούσες; Για να προσπεράσεις το χθες, πρέπει να αφήσεις πίσω σου ό,τι σου το θυμίζει».

«Και είναι δεδομένη η λησμονιά;»
«Εξαρτάται από τη δική σου επιθυμία. Μπορείς, είτε να ξεχάσεις εντελώς όσα συνέβησαν, είτε να εξακολουθήσεις να θυμάσαι, προσπερνώντας όμως τα προβλήματα που σε οδήγησαν εδώ, είτε να προσκολληθείς στις άσχημες εμπειρίες σου και να μην ξεφύγεις ποτέ από αυτές. Βλέπεις, η λήθη είναι ένα δώρο που ο καθένας χαρίζει ελεύθερα στον εαυτό του».
Συνεχίζεται….
Η εικονογράφηση δημιουργείται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ακολουθώντας πιστά τις πρωτότυπες περιγραφές της συγγραφέως.