Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1974 ο Σέρβος συγγραφέας Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς δημοσίευσε τη νουβέλα του «Στόμα γεμάτο χώμα», η οποία παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, συγκαταλέγεται στα σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας άνθρωπος που μαθαίνει ότι η ασθένειά του δεν είναι θεραπεύσιμη και σύντομα θα πεθάνει. Απελπισμένος και απογοητευμένος για όσα δεν κατάφερε να κατακτήσει κατά τη διάρκεια του βίου του, αποφασίζει να επιστρέψει στα μέρη όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Φοβισμένος και βυθισμένος στη σιωπή των συλλογισμών του, κατεβαίνει νωρίτερα από το τρένο και αρχίζει να περιπλανιέται στα βουνά του Μαυροβουνίου, όπου γίνεται αντιληπτός από δυο κατασκηνωτές. Ο ήρωας, επιθυμώντας τη μοναξιά και την απομόνωση, τους αποφεύγει, αλλά εκείνοι αρχίζουν να τον κυνηγούν, δίχως να υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος.

Σταδιακά και ενώ ο πρωταγωνιστής της αφήγησης τρέχει για να ξεφύγει, βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με περισσότερους διώκτες, αφού κατά τη διάρκεια της διαδρομής προστίθενται και άλλοι που ακολουθούν τους πρώτους.

Μέσω παράλληλης διήγησης, ο συγγραφέας αναλύει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τον ψυχισμό των δυο πλευρών, δηλαδή των διωκτών και του καταδιωκόμενου. Με απλή γλώσσα, γρήγορο ρυθμό αφήγησης και πυκνογραμμένο λόγο που επιτρέπει την αύξηση της έντασης και την κορύφωση της αγωνίας, ο Στσεπάνοβιτς ψυχογραφεί ουσιαστικά τον πυρήνα της κοινωνίας που αρνείται από τη μια πλευρά τη διαφορετικότητα και την παρέκκλιση κάποιου από ομάδες που δεν ταιριάζει, ενώ από την άλλη αρέσκεται στη συμπεριφορά του όχλου που μιμείται και ακολουθεί, δίχως συνειδητή επιλογή ή επίγνωση των πράξεων.

«Τώρα λοιπόν, τον καταδιώκαμε με κίνητρο την πιο κοινή ανθρώπινη περιέργεια. Σκεφτήκαμε ότι αν εκείνος είχε το δικαίωμα να ξεφύγει από εμάς χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, τότε κι εμείς, με τον ίδιο τρόπο, είχαμε το δικαίωμα να τον καταδιώξουμε. Αν εκείνος με την παράξενη συμπεριφορά του δεν δίσταζε να ξυπνήσει την περιέργειά μας, τότε ούτε κι εμείς θα διστάζαμε να ικανοποιήσουμε αυτήν την περιέργεια».

Αδιακρισία επομένως που δικαιολογεί κατά την κρίση ορισμένων την αδικαιολόγητη παρεμβολή και την αναστάτωση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου και τη στέρηση της ασφάλειας και της ελευθερίας του. Με επιμονή,αυθαιρεσία, αλλά και ασέβεια προς την προσωπικότητα και κυρίως το δικαίωμα της οικειοθελούς επιλογής, οι θύτες επιχειρούν να εγκλωβίσουν το θύμα τους και να το οδηγήσουν στο σημείο που θέλουν οι ίδιοι, αδιαφορώντας για τα συναισθήματά του.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο όμως επέρχεται η ανατροπή, οι ρόλοι αντιστρέφονται και ο φόβος μεταφέρεται στην πλευρά των διωκτών, αφού ο διωκόμενος αντιστέκεται, καταφέρνει να διαχειριστεί την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και αποτινάσσει τελικά το αίσθημα της απελπισίας.

Με την αγωνία του θανάτου και γνωρίζοντας ότι «μια στιγμή πόνου πάντα διαρκεί περισσότερο από μια στιγμή χαράς», αναρωτιέται αν «σε περίπτωση που το μετάνιωνε και να ζήσει όσο του ήταν γραφτό, αυτός ο παράξενος κανόνας θα ίσχυε και για τον ίδιο. Αν, δηλαδή, ο χρόνος που του απέμενε καθώς και κάθε βάσανο πράγματι θα του φαινόταν ότι διαρκούν περισσότερο ή, απεναντίας, θα έπαυαν να υφίστανται αμέσως σαν μια τελευταία ψευδαίσθηση μπροστά στη διαπίστωση ότι όλα λιώνουν και συρρικνώνονται σαν πάγος στην καυτή παλάμη».

Και έτσι, θέλοντας να επιτύχει κάτι όμορφο και σημαντικό, έστω και για μια μοναδική φορά, ξεγλιστρά, αγγίζει την υπέρτατη ελευθερία και λυτρώνεται από τα δεσμά της κοινωνικής επιβολής, μετατοπίζοντας το βάρος της βασανιστικής σιωπής και την αγωνία της ύπαρξης σε αυτούς που δεν τον σεβάστηκαν.

Ο Στσεπάνοβιτς σκιαγραφεί κατά συνέπεια έναν κόσμο όπου η έννοια της ύπαρξης είναι συνώνυμο του φόβου και του παραλογισμού, σε αντίθεση με τον Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Πωλ Σαρτρ που πρέσβευε ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δίνει νόημα στην ύπαρξή του. Και ενώ στον Στσεπάνοβιτς ο θάνατος γίνεται η πύλη προς την ελευθερία, στον Σάρτρ λειτουργεί ως μοναδικό όριο προς την ελευθερία, αφού μαζί του τελειώνει η ίδια η ύπαρξη του ατόμου.