Ψηλά στον ουρανό, ανάμεσα στα σύννεφα, υπήρχε το Κάστρο του γερο – Χρόνου, όπου κατοικούσε ο ίδιος μαζί με τα τρία παιδιά του, το Παρελθόν, το Παρόν και το Μέλλον.

Τα τρία παιδιά διέφεραν πολύ μεταξύ τους και το καθένα είχε τη δική του προσωπικότητα, αλλά και αντίληψη των καταστάσεων και των πραγμάτων. Το Παρελθόν ήταν ήσυχο, ανέμελο και αδιαφορούσε για ό,τι συνέβαινε γύρω του, αφού στον δικό του κόσμο όλα ήταν τετελεσμένα και δεδομένα. Του άρεσε να φορά πολύχρωμα ρούχα με σκούρες και φωτεινές αποχρώσεις, επειδή κουβαλούσε τόσο τη δυστυχία, όσο και την ευτυχία, ενώ για τους ίδιους λόγους που δεν αγωνιούσε για το μέλλον, δεν φοβόταν και δεν απελπιζόταν. Λίγο ανεύθυνο και επιπόλαιο, αλλά και το χαϊδεμένο παιδί του πατέρα του, του γερο – Χρόνου, αφού ήταν το στερνοπούλι του.

Πρωτότοκο παιδί του γερο – Χρόνου, το Παρόν που κουβαλούσε από την πρώτη στιγμή της γέννησής του, το φορτίο με τη μεγαλύτερη ευθύνη, αφού όλα όσα συνέβαιναν κατά τη δική του διάρκεια καθόριζαν το μέλλον και κατέγραφαν το παρελθόν και κατά συνέπεια την ιστορία και τη βάση πάνω στην οποία θα στηρίζονταν οι εξελίξεις και οι διδαχές τους.

Άλλοτε ανήσυχο και άλλοτε ήρεμο, επέλεγε τα ρούχα του βάσει των γεγονότων που διαδραματίζονταν και των συναισθημάτων που βιώνονταν από αυτά. Έτσι, τα ενδύματά του μπορεί να ήταν φτωχικά, ή ακριβά ή ακόμα γιορτινά και χαρούμενα, ενώ δεν ήταν σπάνιες οι ημέρες που γίνονταν πένθιμα και προκαλούσαν μόνο λύπη και θλίψη στο αντίκρισμά τους.

Δευτερότοκο φυσικά το Μέλλον που ήταν μονίμως αισιόδοξο και είχε επιλέξει ως καλύτερή του φίλη την ελπίδα, παρόλο που είχε μάθει να ζει παρέα με τον φόβο και την αμφιβολία γι’ αυτό που θα συνέβαινε ανά πάσα στιγμή.

Το χαμόγελο κυριαρχούσε στο πρόσωπό του, και τα ρούχα του είχαν φωτεινά και έντονα χρώματα που μαγνήτιζαν το βλέμμα και προσέδιδαν μια αίσθηση λάμψης και αφθονίας.

Ελαφρώς ζωηρό, άτακτο και παιγνιδιάρικο, συνεργαζόταν στενά με το Παρόν για να ορίσουν τα γεγονότα που θα συντελούνταν κατά τη διάρκεια του τελευταίου και θα επέφεραν εκείνα που θα ακολουθούσαν στο δικό του χρόνο.

Γαλήνιο και πράο, αγαπούσε την ευημερία και την καλοπέραση και προσπαθούσε πάντοτε να επηρεάσει το Παρόν και να οδηγήσει τον κόσμο σε μια κατάσταση ευδαιμονίας. Το τελευταίο όμως, αέναα οξυδερκές, υπεύθυνο και ρεαλιστικό, διατηρούσε το προβάδισμα της λογικής και ιδίως της ψυχραιμίας και της τόλμης να αρνηθεί τις ουτοπίες και να προχωρήσει σε ρηξικέλευθες εντολές που είχαν τη δύναμη να σαρώσουν με την υλοποίησή τους ό,τι θεωρούνταν δεδομένο μέχρι τότε.

Άλλη βασική κάτοικος στο Κάστρο του γερο – Χρόνου, η Ταντεμπόλια, η οποία ήταν επικεφαλής του Τμήματος Καταγραφής και Αποτύπωσης των χρονικών στιγμών και γι’ αυτό είχε το προσωνύμιο της Κυράς του Χρόνου.

Δίκαιη, αντικειμενική, ορθολογίστρια και ατρόμητη, δεν δίσταζε ποτέ να εκφράσει την άποψή της και να μιλήσει ανοιχτά, ανενδοίαστα και δίχως περιστροφές. Παρόλο που δεν είχε καμιά συγγένεια με τον γερο – Χρόνο και τα παιδιά του – το παρατσούκλι της προερχόταν αμιγώς από τα καθήκοντά της – ένιωθε μεγάλη αγάπη για την οικογένεια με την οποία πέρασε άλλωστε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της. 

Αισθανόταν ασφαλής με το Παρόν, λόγω της υπευθυνότητάς του, ηρεμούσε στις δύσκολες στιγμές με την αισιοδοξία του Μέλλοντος και ζήλευε την ανεμελιά του Παρελθόντος που ζούσε απαλλαγμένο από τον φόβο του άγνωστου.

Απαλλαγμένο από έννοιες και ευθύνες και θεωρώντας ότι όλα στη ζωή είναι εύκολα και απλά, το Παρελθόν ζήλεψε κάποτε τον πρωτότοκο αδελφό του.

«Το Παρόν χαίρει του σεβασμού και της εκτιμήσεως όλων», συλλογίστηκε. «Είναι τόσο σοβαρό, αυστηρό και ανελαστικό κι όμως όλοι το φοβούνται και εκτελούν αμέσως τις εντολές του, ενώ δεν διστάζουν να προστρέξουν σε αυτό, όταν χρειάζονται συμβουλή στα προβλήματά τους.

Αντιθέτως εμένα, ακόμα και οι άνθρωποι με προσπερνούν και προσπαθούν να με ξεχάσουν, όταν οι αναμνήσεις τους είναι δυσάρεστες και επίπονες. Πάντοτε προσβλέπουν στο Μέλλον και στους στόχους που θα τους εκπληρώσει.

Και εγώ γίνομαι θύμα του Παρόντος που αποφασίζει για όλους μας και, ενώ χαρίζει μονίμως στο Μέλλον το όραμα της προσδοκίας, φορτώνει σ’ εμένα όλη την ασχήμια και τη μιζέρια.

Μόνο οι ηλικιωμένοι ασχολούνται μαζί μου, αλλά εγώ είμαι πάντα νέος και αποζητώ τη συντροφιά των παιδιών και όχι των παππούδων τους.

Και δεν φτάνουν όλα αυτά, αλλά ακόμα και ο πατέρας μας, ο γέρο – Χρόνος, ενώ ισχυρίζεται ότι είμαι το αγαπημένο του παιδί, καθημερινά παρακολουθεί τη δουλειά του Παρόντος και ζητά τη δική του συνδρομή, όταν κρίνεται ανάγκη.

Τέρμα όμως. Δεν θα ανεχθώ άλλο αυτήν την κατάσταση. Ξέρω ότι εγώ μπορώ να τα καταφέρω καλύτερα από το Παρόν. Και γι’ αυτό ακριβώς θα ζητήσω αλλαγή καθηκόντων, ώστε να πάψει το Παρόν να αποφασίζει για εμένα. Από εδώ και πέρα εγώ θα επιλέγω το φορτίο μου».

Αυτές ήταν οι σκέψεις του Παρελθόντος, το οποίο τυφλωμένο από φθόνο για τον αδελφό του, πήγε αμέσως στον πατέρα του για να ζητήσει άμεση αλλαγή αρμοδιοτήτων.

«Ζητάς κάτι ανέφικτο», αποκρίθηκε σαστισμένος ο γερο – Χρόνος, αφού από τη μια πλευρά δεν ήθελε να δυσαρεστήσει το χαϊδεμένο παιδί του, αλλά από την άλλη ήξερε ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις ανάληψης του έργου του Παρόντος.

«Το Παρόν έχει εκπαιδευθεί και επίσης έχει μια μακραίωνη εμπειρία που το καθοδηγεί στις κρίσιμες στιγμές», δικαιολόγησε την άρνησή του. «Τόσο εσύ, όσο και τα αδέλφια σου έχετε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Γιατί θέλεις να εγκαταλείψεις τη θέση σου;»

«Ω!! Εγώ δεν ζήτησα να σταματήσω να είμαι το Παρελθόν. Θέλω απλώς να αναλάβω και τη δουλειά του Παρόντος. Ούτως ή άλλως τόσους αιώνες τώρα, δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να κινούμαι σαν μια μαριονέτα στη βούληση του μεγαλύτερου αδελφού μου. Είμαι αρκετά ικανός και μπορώ να ανταποκριθώ καλύτερα από το Παρόν στις απαιτήσεις της θέσης. Εξάλλου, αρκεί να ανοίξει κάποιος ένα βιβλίο ιστορίας για να καταλάβει ότι αυτός που εμπιστεύεσαι, δεν έχει άριστα αποτελέσματα. Οικονομική δυσπραγία, πόλεμοι, βία, οργή και καταστροφή. Αυτή είναι η ζωή που θέλεις να έχει η ανθρωπότητα;», επέμεινε και ο γερο – Χρόνος διέκρινε στο βλέμμα του το πείσμα και την αδιαλλαξία του.

Σιωπηλός, άκουγε το παιδί του να γκρινιάζει, παρόλο που ήξερε ότι οι ισχυρισμοί του ήταν αβάσιμοι, αφού η κοσμική ισορροπία βασίζεται αέναα στη συνύπαρξη καλοσύνης και κακίας. Όλα είναι ένα ντόμινο εξελίξεων και τα σκαιώδη γεγονότα είναι απλώς το αποτέλεσμα πρότερων πράξεων.

Τελικά όμως, η πατρική στοργή και αδυναμία υπερτέρησε της λογικής και αποφάσισε να δεχτεί προσωρινά το αίτημά του.

«Εντάξει, παιδί μου. Θα σου δώσω την ευκαιρία που ζητάς, αλλά δοκιμαστικά για έναν μήνα. Θα αναλάβεις τα καθήκοντα του Παρόντος και εγώ θα παρακολουθώ τα αποτελέσματα. Όταν τελειώσει ο μήνας, θα επαναπροσδιορίσουμε το επόμενο διάστημα», είπε ο γερο – Χρόνος, ελπίζοντας ότι το Παρελθόν, ανέμελο και επιπόλαιο καθώς ήταν, θα ζητούσε πολύ νωρίτερα να απαλλαγεί από το βάρος των ευθυνών και να επιστρέψει στην πρότερη ζωή του.

Το Παρόν δέχθηκε με στωικότητα την απόφαση του πατέρα του και την αντικατάστασή του από τον αδελφό του, παρόλο που ένιωθε αδικημένο, αφού για χιλιάδες χρόνια υπηρέτησε πιστά και αφοσιωμένα τη θέση του, προσπαθώντας να εκπληρώνει τα καθήκοντά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και ανταπεξερχόμενο όλων των καταστάσεων.

Εύλογα επομένως συλλογιζόταν ότι ο πατέρας του δεν αξιολόγησε σωστά τις ικανότητές του και το υποβίβασε για να ικανοποιήσει τα εγωκεντρικά κίνητρα του Παρελθόντος.

Η απόφαση όμως είχε ληφθεί και δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης αφού, ούτως ή άλλως το ίδιο δεν ήταν διατιθέμενο να διατηρήσει τη θέση του βάσει άλλων κριτηρίων που δεν βασίζονταν αποκλειστικά στην αξιοκρατία.

Διατηρώντας λοιπόν την αξιοπρέπειά του και το επίπεδο ευπρέπειας που χαρακτήριζε κάθε πράξη του, αποχώρησε και άφησε τον αδελφό του να ορίζει τον ρου της ιστορίας, παρόλο που ήξερε, όπως και όλοι στο Κάστρο, ότι το Παρελθόν ήταν εντελώς ακατάλληλο γι’ αυτήν τη δουλειά.

Και αυτή η γνώση που μέχρι τότε ήταν άυλη, έγινε ορατή από την πρώτη στιγμή αλλαγής καθηκόντων, αφού το Παρελθόν δρούσε βάσει της δικής του ασίγαστης επιθυμίας για χαρά και διασκέδαση.

Έτσι, η κοσμική ισορροπία που στηριζόταν στη συνύπαρξη καλοσύνης και κακίας, αυτόματα ανετράπη και άρχισε να δημιουργείται ένας σαθρό κατασκεύασμα ασυδοσίας, κραιπάλης και διαφθοράς που η νομοτελειακή καταστροφή του θα επέφερε απρόβλεπτες και αλγεινές συνέπειες.

Παρόλο όμως που όλοι διέβλεπαν τι επρόκειτο να συμβεί, κανείς δεν τολμούσε να παρέμβει και να συνετίσει το Παρελθόν, είτε από φόβο για την αντίδρασή του, είτε από υπακοή στις αποφάσεις του γερο – Χρόνου.

Κανείς, εκτός από την Κυρά του Χρόνου, την Ταντεμπόλια, που δεν δίστασε να εκφράσει σθεναρά και με σαφήνεια την άποψή της στον γερο – Χρόνο που, αν και συμφώνησε με τις ενστάσεις της, διευκρίνισε ότι ήταν πρόθυμος να αναλάβει το ρίσκο για να ευχαριστήσει το μικρότερο παιδί του.

«Όμως έχεις άλλα δυο παιδιά, το Παρόν και το Μέλλον», αντέτεινε η Ταντεμπόλια «και οφείλεις να είσαι δίκαιος μαζί τους».

«Ναι, αλλά εκείνα είναι πιο δυνατά, ιδίως το Παρόν, και κατανοούν ότι ο αδελφός τους είναι περισσότερο συναισθηματικός. Έπειτα, είμαι σίγουρος ότι σε λίγες ημέρες όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν γιατί το Παρελθόν θα κουραστεί, θα παραιτηθεί και θα επιστρέψει στην ανέμελη καθημερινότητά του», αποκρίθηκε εκείνος.

Η Ταντεμπόλια φοβόταν ότι ο γερο – Χρόνος ματαιοπονούσε, αλλά σεβόμενη την πατρική του αγάπη, δεν είπε τίποτα και έφυγε.

Όταν όμως συνάντησε αργότερα το Παρόν και του μετέφερε τη στιχομυθία της με τον πατέρα του, διατύπωσε ξεκάθαρα την πεποίθησή της για τη δυσμενή εξέλιξη, λέγοντας:

«Το Παρελθόν κυριαρχείται από την αδιαλλαξία, τον εγωισμό και την αλαζονεία του. Δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθεί την αποτυχία του».

«Συμφωνώ. Για να είμαι όμως ειλικρινής, δεν με ενδιαφέρει πλέον. Η δική μου επιθυμία είναι να βρω ένα άλλο αντικείμενο εργασίας, διότι η αεργία με ενοχλεί. Δεν ξέρω όμως τι μπορώ να κάνω», αποκρίθηκε το Παρόν.

«Μπορείς να έρθεις στην Ομάδα μου και να εργαστείς στο Τμήμα Καταγραφής και Αποτύπωσης των χρονικών στιγμών. Αν θέλεις όμως τη συμβουλή μου, σου προτείνω να φύγεις από εδώ γιατί μόνο τότε θα συνειδητοποιήσει ο πατέρας σου το λάθος του».

«Να φύγω; Και πού να πάω;»

«Στη Χώρα της Λήθης. Έχω ήδη μιλήσει με την αδελφή μου, την Κυρά της Λήθης και σε περιμένει. Θα έχεις δουλειά, σπίτι και μια καινούργια ζωή μακριά από όσους σε έχουν υποτιμήσει».

Δεν ήταν εύκολη η φυγή. Το Παρόν έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι του, την οικογένειά του, τον τόπο του και όλους όσους γνώριζε ή καθόριζαν την καθημερινότητά του.

Ο φθόνος του αδελφού του τον εξανάγκαζε να παραιτηθεί από ό,τι είχε κατακτήσει με κόπο και να βρεθεί κάπου όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει από το μηδέν προσπαθώντας από τη μια πλευρά να αποδείξει τις ικανότητές του και από την άλλη να ξεχάσει και να στήσει μια νέα ζωή, δίχως να ξέρει αν η απόπειρά του θα στεφόταν από αποτυχία.

Ανεξαρτήτως πάντως της επιθυμίας του, δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια επιλογής και τα γεγονότα τον οδηγούσαν μακριά, εκεί όπου η Ταντεμπόλια του είχε υποσχεθεί ότι οι πληγές θα σταματούσαν να ματώνουν.

Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά του και έφυγε, δίχως να ενημερώσει ή να αποχαιρετήσει κανέναν άλλο εκτός από την αγαπημένη του φίλη.

«Μην αποκαλύψεις πού βρίσκομαι. Μήτε θέλω, μήτε είναι απαραίτητο να μάθουν τον προορισμό μου», την παρακάλεσε και η Ταντεμπόλια του υποσχέθηκε να σεβαστεί την παράκλησή του, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που η επιστροφή του θα ήταν επιβεβλημένη.

«Διότι είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα εκλιπαρούν όλοι για τον γυρισμό σου», του είπε, ενώ τον συνόδευε στην έξοδο του κάστρου και το Παρόν, παρόλο που δεν συμμεριζόταν την άποψή της, προτίμησε να σιωπήσει, σεβόμενο και συγκινημένο από την πίστη της στο πρόσωπό του.

Η χώρα της Λήθης δεν απείχε πολύ χιλιομετρικά από το κάστρο του γέρο – Χρόνου, αλλά η Ταντεμπόλια είχε ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Βόρειου Ανέμου, ο οποίος σε λίγα λεπτά μετέφερε το Παρόν στη νέα του κατοικία.

Εκεί, το Παρόν αντίκρισε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν που είχε φανταστεί. Περίμενε ότι θα έβλεπε έναν άγονο, σκοτεινό, άχαρο τόπο, όπου τα σύννεφα θα έκρυβαν τον ήλιο και οι κάτοικοι θα περπατούσαν σκυφτοί, σιωπηλοί και βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Σκέψεις κενές, ασύνδετες από αναμνήσεις και δίχως ελπίδα, αφού ο πόνος που είχαν βιώσει, θα είχε σκορπίσει τη σκόνη των ονείρων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν αντίθετη από τις νοερές σκιαγραφήσεις του. Όχι μόνο δεν κυριαρχούσε το σκοτάδι, αλλά η πόλη ήταν φωτεινή, πανέμορφη με χαριτωμένα σπίτια που οι τοίχοι τους ήταν βαμμένοι με ποικίλα έντονα και ζωντανά χρώματα που έδιναν έναν τόνο αισιοδοξίας και χαράς. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και μήτε ένα σύννεφο δεν σκίαζε τον υπέρλαμπρο ήλιο που έλουζε με το φως του κάθε γωνιά αυτής της φροντισμένης, οργανωμένης και πεντακάθαρης πόλης.

Στην κεντρική πλατεία υπήρχε ένα μεγάλο καρουζέλ και τριγύρω διάφορα παιχνίδια με τα οποία διασκέδαζαν άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι. Όλοι ήταν χαρούμενοι, γελαστοί, ανέμελοι και το Παρόν ένιωσε πως βρισκόταν σ’ έναν μοναδικό τόπο που δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία.

Ο Βόρειος Άνεμος είδε την έκπληξή του και κατάλαβε ότι δεν περίμενε το θέαμα που αντίκριζε.

«Μην φοβάσαι. Εδώ θα είσαι ήρεμος και θα βρεις τη γαλήνη», του είπε και με μια ριπή χάθηκε από μπροστά του, παραχωρώντας τη θέση του στην κυρά της Λήθης, μια γυναίκα ηλικιωμένη, εξωστρεφή, χαρούμενη και κεφάτη.

Εκείνη, αφού υποδέχθηκε εγκάρδια το Παρόν, το οδήγησε στο νέο του σπίτι που βρισκόταν στη σκιά ενός αιωνόβιου δέντρου και είχε το σχήμα ενός μεγάλου βιβλίου. Οι τοίχοι του ήταν βαμμένοι γαλάζιοι, ενώ η πόρτα και τα παράθυρα είχαν βεραμάν πλαίσια.

Η κυρά της Λήθης έδωσε στο Παρόν το κλειδί που είχε το σχήμα μολυβιού και εκείνο ξεκλείδωσε και προχώρησαν στο εσωτερικό.

«Δεν είναι μεγάλο, αλλά πιστεύω ότι θα καλύψει τις ανάγκες σου», του είπε η κυρά της Λήθης, καθώς του έδειχνε τους χώρους του σπιτιού που αποτελούταν από ένα καθιστικό, ένα υπνοδωμάτιο και τους βοηθητικούς χώρους.

Όλα τα έπιπλα ήταν πολύχρωμα και χάριζαν μια αίσθηση οικειότητας και θαλπωρής.

«Από αύριο θα δουλεύεις στο ζαχαροπλαστείο», συνέχισε να εξηγεί η κυρά της Λήθης.

«Σε ζαχαροπλαστείο; Μα εγώ δεν έχω ιδέα από παρασκευή γλυκών», αντέτεινε το Παρόν.

«Μπορείς όμως να μάθεις, αν θέλεις. Σωστά;»

«Ναι, αλλά νόμιζα ότι η εργασία μου θα ήταν σχετική με τις γνώσεις που κατέχω ήδη».

«Και τότε πώς θα ξεχνούσες; Για να προσπεράσεις το χθες, πρέπει να αφήσεις πίσω σου ό,τι σου το θυμίζει».

«Και είναι δεδομένη η λησμονιά;»

«Εξαρτάται από τη δική σου επιθυμία. Μπορείς, είτε να ξεχάσεις εντελώς όσα συνέβησαν, είτε να εξακολουθήσεις να θυμάσαι, προσπερνώντας όμως τα προβλήματα που σε οδήγησαν εδώ, είτε να προσκολληθείς στις άσχημες εμπειρίες σου και να μην ξεφύγεις ποτέ από αυτές. Βλέπεις, η λήθη είναι ένα δώρο που ο καθένας χαρίζει ελεύθερα στον εαυτό του».

Το Παρόν δεν ήθελε να ξεχάσει. Η ζωή του είχε διδάξει ότι οι αναμνήσεις, άσχημες ή όμορφες, καλές ή κακές, εύκολες ή δύσκολες είναι αυτές που διαμορφώνουν τον άνθρωπο και τον βοηθούν να επιλέξει το επόμενο μονοπάτι, όταν τα βήματα τον οδηγούν σε σταυροδρόμι.

Αν ξεχνούσε, θα ήταν ξανά ευάλωτος την επόμενη φορά που θα αντιμετώπιζε μια παρόμοια προδοσία. Επέλεξε επομένως να φυλάξει τα γεγονότα και τις στιγμές που έζησε, αλλά να προσπαθήσει να θεραπεύσει τις πληγές που του δημιούργησαν.

Ήξερε βέβαια ότι η διαδικασία δεν θα ήταν απλή, αλλά, όπως του είχε πει η κυρά της Λήθης, η επόμενη ημέρα ήταν η δική του επιλογή. Δική του απόφαση, δικός του αγώνας και ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα, τουλάχιστον θα είχε προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τους δαίμονες που τον πολέμησαν.

Η δουλειά στο ζαχαροπλαστείο τού ήταν πρωτόγνωρη. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα για την παρασκευή γλυκών, τη χρήση υλικών ανά συνταγή ή τον στολισμό μιας τούρτας, ενώ η ορολογία που χρησιμοποιούσαν οι συνάδελφοί του τού ήταν τελείως άγνωστη. Γλασάρω, σατινάρω, παταμπόμ, γκανάζ, μπεν μαρί και άλλες λέξεις που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει στο μυαλό του και κυρίως να κατανοήσει τις έννοιες τους.

Οι αντιξοότητες όμως αντί να τον τρομάξουν, του έδωσαν κίνητρο για να μάθει τα μυστικά της γλυκιάς αυτής τέχνης και να ανταποκριθεί στις νέες του υποχρεώσεις. Χάρη στη συνέπεια και τον επαγγελματισμό που τον χαρακτήριζε, αλλά και το υποστηρικτικό περιβάλλον του ζαχαροπλαστείου, σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει ένας άριστος ζαχαροπλάστης.

Η εργασία του δεν αντιπροσώπευε ένα βαρετό έργο, αλλά τον χαροποιούσε, του έδινε την ευκαιρία να μαθαίνει διαρκώς και να εξελίσσεται, ενώ η μετακόμιση στη Χώρα της Λήθης του προσέφερε τη δυνατότητα να γνωρίσει νέα άτομα, να αποκτήσει φίλους και να νιώσει ελεύθερος από δεσμεύσεις, αφού πλέον δεν ήταν υπεύθυνος για κανέναν άλλο, παρά μονάχα για τον εαυτό του.

Έτσι, ο καιρός περνούσε όμορφα και ήρεμα και ενώ η Ταντεμπόλια νόμιζε αρχικά ότι το Παρόν θα αποζητούσε την επιστροφή, από τη δική του πλευρά δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, ακόμα και όταν ο ίδιος ο πατέρας του, ο γέρο – Χρόνος αναγκάστηκε να ζητήσει από την Ταντεμπόλια να τον καλέσει στο κάστρο.

«Δυστυχώς, ο αδελφός σου, το Παρελθόν, προκάλεσε μεγαλύτερη καταστροφή από ό,τι φοβόμασταν. Μόνο εσύ μπορείς να διορθώσεις την κατάσταση και γι’ αυτό πρέπει να επιστρέψεις και να αναλάβεις πάλι τα καθήκοντά σου», είπε η Κυρά του Χρόνου στο Παρόν, αλλά το τελευταίο αρνήθηκε.

«Όχι, Ταντεμπόλια. Λυπάμαι, αλλά δεν έχω κανέναν λόγο για να γυρίσω. Έφυγα, έκλεισα την πόρτα και δεν σκοπεύω να την ανοίξω ξανά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής μου δρούσα με γνώμονα τη δέσμευση. Πλέον όμως αποφάσισα να προχωρώ σύμφωνα με τις επιθυμίες μου. Ο πατέρας μου ήξερε τις ικανότητες και ιδίως τα όρια του αδελφού μου, αλλά επέλεξε να ικανοποιήσει τα καπρίτσια του και να διώξει εμένα. Δεν του κρατώ κακία, αλλά δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω κοντά του. Αν έχει προβλήματα, ας βρει άλλον να τα επιλύσει».

Μάταια, προσπάθησε η Ταντεμπόλια να μεταπείσει το Παρόν. Η ίδια κατανοούσε την πικρία του και πίστευε ότι, αν ήταν στην θέση του, θα αντιδρούσε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Τι θα γινόταν όμως με το μέλλον του κόσμου; Πώς θα σταματούσε η καταστροφή που είχε δημιουργήσει το Παρελθόν;

Απογοητευμένη και προβληματισμένη επέστρεψε στο κάστρο και μετέφερε στον γερο – Χρόνο τη στιχομυθία της με το Παρόν.

«Ίσως αν του μιλούσες εσύ, να τον μετέπειθες», προσέθεσε, αλλά ο γερο – Χρόνος απέρριψε την πρότασή της.

«Όχι, το Παρόν έχει δίκιο. Έσφαλλα και έχω υποχρέωση να διορθώσω την κατάσταση. Λυπάμαι μόνο που η αγάπη για το ένα παιδί μου, έγινε η αιτία να χάσω το άλλο».

Μην έχοντας άλλη διέξοδο, την επόμενη ημέρα ανέλαβε ο ίδιος τα καθήκοντα και των τριών παιδιών του με βοηθό του την Κυρά του Χρόνου και σύντομα τα προβλήματα είχαν λυθεί και το πεπρωμένο βρήκε τη σωστή του πορεία. Το Παρελθόν, ανακουφισμένο από την απαλλαγή της εργασίας, περνούσε ξανά τις ημέρες του με γέλια και παιχνίδια, ενώ το Μέλλον, πράο και γαλήνιο, υποστήριζε τον πατέρα του και την Ταντεμπόλια με όποιον τρόπο μπορούσε. Όσον αφορά το Παρόν, δεν ξανασυνάντησε ποτέ την οικογένειά του, ούτε επέστρεψε στο κάστρο. Έμεινε για πάντα στη Χώρα της Λήθης και από καθοριστής των ιστορικών εξελίξεων ήταν πλέον ένας απλός ζαχαροπλάστης που πειραματιζόταν καθημερινά με νέους συνδυασμούς γεύσεων και χάριζε πια στον εαυτό του μικρές στιγμές ανεμελιάς και ξεκούρασης.

ΤΕΛΟΣ

Η εικονογράφηση δημιουργείται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ακολουθώντας πιστά τις πρωτότυπες περιγραφές της συγγραφέως.