Ο Ανδρέας Κριεζής (1813 – 1880) υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα, με έργο που γεφυρώνει την πρώιμη νεοελληνική καλλιτεχνική παράδοση με τις ευρωπαϊκές επιρροές της εποχής. Γεννημένος στην Ύδρα, σε οικογένεια ναυτικών και εμπόρων, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο από την οικογενειακή παράδοση, στρεφόμενος από νωρίς προς τις εικαστικές τέχνες.
Στα πρώτα του χρόνια εργάστηκε στο Βασιλικό Τυπογραφείο και Λιθογραφείο της Αθήνας, όπου ήρθε σε επαφή με τις τεχνικές της λιθογραφίας που θα επηρέαζε την αισθητική του. Το 1839 ταξίδεψε στο Παρίσι, κέντρο της ευρωπαϊκής τέχνης, για να τελειοποιήσει τις δεξιότητές του. Αν και αρχικά ασχολήθηκε με τη λιθογραφία, σύντομα στράφηκε συστηματικά στη ζωγραφική, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1846.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1851, διορίστηκε καθηγητής ιχνογραφίας στο Γυμνάσιο της Σύρου, όπου δίδαξε για σχεδόν δύο δεκαετίες. Εκεί αναγνώρισε και ενθάρρυνε το ταλέντο του νεαρού Κωνσταντίνου Βολανάκη, ο οποίος αργότερα θα εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες θαλασσογράφους.

Το έργο του Κριεζή αποτελείται κυρίως από προσωπογραφίες, συχνά μελών αρχοντικών οικογενειών των νησιών, αποδομένες με επίσημη στάση και λεπτομερή διακοσμητικά στοιχεία. Η τεχνοτροπία του φέρει εμφανείς επιρροές από τη γαλλική σχολή, ενώ παρουσιάζει συγγένεια με το ύφος του Ιταλού ζωγράφου Francesco Pige, φίλου και συνοδοιπόρου του.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με την αγιογραφία, φιλοτεχνώντας τοιχογραφίες στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στον Πόρο. Συμμετείχε σε σημαντικές εκθέσεις, όπως τα Ολύμπια του 1859 και 1875, και η έκθεση του Παρισιού το 1867. Τα έργα του φυλάσσονται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μουσείο Μπενάκη και στο Ιστορικό Αρχείο Ύδρας.
Ο Κριεζής πέθανε γύρω στο 1880, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που συνδυάζει ευαισθησία, τεχνική αρτιότητα και ιστορική σημασία για την εξέλιξη της νεοελληνικής ζωγραφικής.