Γράφει ο Ερμής:

Δεν ξέρεις ποτέ την αλήθεια για κάποιον. Ξέρεις μόνο ό, τι σου πει ο ίδιος, ό,τι σου επιτρέψει να δεις, ό,τι σε αφήσει να καταλάβεις. Αν η εικόνα είναι πραγματική ή αν προσεγγίζει την πραγματικότητα, είναι τελικά μια άλλη υπόθεση.

Έτσι συνέβαινε και με την Ερεζίτα, μια γυναίκα που είχε μάθει από παιδί να κρύβει την ιστορία της και να αφηγείται έναν διαφορετικό μύθο. Έναν μύθο που ικανοποιούσε τον περίγυρό της, αθώωνε την οικογένειά της και βούλιαζε περισσότερο την ίδια στο αβαθές πηγάδι του μαρτυρίου της.

Διότι, όσο κι αν υποκρινόταν ότι η ζωή της ήταν όμορφη, στην πραγματικότητα ήταν απόλυτα δυστυχισμένη. Η οικογένειά της ήταν οικονομικά εύρωστη και κουβαλούσε ένα βαρύ όνομα που, παρόλο οι απόγονοι δεν ήταν άξιοι συνεχιστές,  οι πρόγονοί της το είχαν τιμήσει σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Οι φίλοι και οι γείτονες λοιπόν έβλεπαν μια αριστοκρατική οικογένεια που είχε χρήματα, ευγένεια, ήθος, αρχές και παιδεία. Κανείς όμως δεν μπορούσε να διακρίνει τη δυστυχία που προκαλούσε η συμπεριφορά της. Μήτε ήξερε για τους ατέρμονους καβγάδες ή την λεκτική και ψυχολογική βία που βίωνε η Ερεζίτα από τη νηπιακή ακόμα ηλικία της.

Ο πόνος της ήταν κρυμμένος στο σκοτάδι και η ίδια δεν μίλησε ποτέ, είτε επειδή ντρεπόταν, είτε επειδή δεν ήθελε να προκαλέσει τον οίκτο, είτε, ακόμα, επειδή όταν μεγάλωσε και αντέτεινε στους οικείους της τα άσχημα περιστατικά των οποίων είχε γίνει μάρτυρας, εκείνοι τη διέψευσαν και ισχυρίστηκαν ότι οι αναμνήσεις της ήταν απλώς αποκύημα της φαντασίας της.

Η Ερεζίτα φυσικά, αν και αρχικά προβληματίστηκε και φοβήθηκε μήπως ήταν όντως παρανοϊκή, ήξερε ότι, μήτε η θλίψη, μήτε η δυστυχία που ένιωθε ήταν ανυπόστατες. Όλα όσα θυμόταν, είχαν γραφεί ανεξίτηλα στην ψυχή της και αυτοί που προσπαθούσαν να την πείσουν για την παραφροσύνη της, ήταν οι ίδιοι που της είχαν στερήσει τη χαρά και την ευτυχία.

Πονούσε λοιπόν η Ερεζίτα. Πονούσε κι ας μην το έδειχνε, κι ας υπέφερε σιωπηλά, κι ας γελούσε, ενώ η καρδιά της είχε σπάσει σε χίλια κομμάτια.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ερεζίτα μεγάλωσε και το ψέμα έγινε πλέον η μοναδική απόκρισή της κάθε φορά που κάποιος την ρωτούσε αν ήταν καλά.

«Καλά», απαντούσε εκείνη, ενώ πάλευε να συνεχίσει, και ευχόταν να σταματήσει να ξημερώνει για να μην είναι αναγκασμένη να υποφέρει ακόμα μια ημέρα.

Ζούσε μέσα στο σκοτάδι, τον φόβο της απειλής για ό,τι κρυβόταν στους κινδύνους του μέλλοντος και στην ασφυξία των δακρύων της που κυλούσαν ελεύθερα στα μάτια της μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν το σπίτι ηρεμούσε χάρη στην παράδοση των ταραξιών του στη σαγήνη του Μορφέα. Και τότε παραδινόταν επιτέλους και η Ερεζίτα στην λυτρωτική αγκαλιά των δακρύων της και αντλούσε θάρρος από τα όνειρα που δεν πρόσμενε ποτέ να υλοποιηθούν, αφού ήξερε ότι η εκπλήρωσή τους θα ήταν εφικτή μόνο αν κατάφερνε να απομακρυνθεί από το σπίτι που δεν καταφύγιο, αλλά φυλακή της.

Η Ερεζίτα όμως είχε δεθεί από νωρίς με τα δεσμά του φόβου και η παραμικρή αλλαγή την τρομοκρατούσε. Δεν μπορούσε επομένως να φύγει και γι’ αυτό ήταν υποχρεωμένη να αντέξει μέχρι το τέλος, όποιο κι αν ήταν, όποτε κι αν ερχόταν. Δεν πρόσμενε λοιπόν τίποτα. Τίποτα, εκτός από τη βροχή που οι σταγόνες της έμοιαζαν με τα δάκρυά της που πέφτοντας στο χώμα, συμπαρέσυραν μαζί τους τα όνειρά της που έλιωναν και διαλύονταν αφήνοντας ένα άυλο χνάρι πιθανής ευτυχίας.

Και ο καιρός κυλούσε. Το παιδί έγινε κορίτσι, και εκείνο γυναίκα που μεγάλωσε, γέρασε και απελευθερώθηκε κάποτε, χάρη στον χρόνο από τους φυσικούς δυνάστες. Η ηρεμία ήρθε για την Ερεζίτα, έστω και καθυστερημένα, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να αναζητήσει τον δικό της δρόμο.

Συνεχίζεται……

Η εικονογράφηση δημιουργείται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ακολουθώντας πιστά τις πρωτότυπες περιγραφές της συγγραφέως.